Meet my friends…

Η Νάντια

Στο chat room που γνώρισα την Στεφανία, γνώρισα και την Νάντια. Δεν πρόκειται για ερωτική περίπτυξη αυτή τη φορά, αλλά για φιλική συναναστροφή. Η Νάντια, κατέχει άξια τον τίτλο της πρώτης gay φίλης μου, ω ναι! Ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερη μου, μελαχρινή, κοντοκουρεμένη, με γυαλάκι μυωπίας, πετυχημένο χιούμορ, βλέμμα αγελάδας ενώ άλλαζε πρόσοψή μόνο όταν ξεκαρδιζόταν. Αυτές τις δύο γκριμάτσες έπαιρνε το πρόσωπο της.

Η Νάντια σπούδαζε γραφίστρια, έφτιαχνε κρέπες στα Everest, δούλευε security στον μετρό, μέχρι και σε κομμωτήριο είχε δουλέψει χωρίς να γνωρίζει την τέχνη της κομμωτικής , παρόλο αυτά πάντα παραπονιόταν πως λεφτά δεν έχει και περίμενε ποιος θα κάνει το καλό να την κεράσει. Ζούσε με την χοντρή, κουραστική μάνα της και τον κάφρο αδερφό της, ενώ ήταν παιδί χωρισμένων γονιών. Με την Νάντια, βγήκαμε πρώτη φορά σε gay μαγαζιά ( πρώτη φορά για μένα, όχι για εκείνη).

Δεν μπορώ να παραλείψω και να μην να σας αναφέρω την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου σε gay club, όταν η βραδιά φιλοξενούσε καραόκε πάρτυ. Γυναίκα μετρίου αναστήματος, που περπατούσε σαν τον Θείο μου τον Φώτη, με καρό πουκαμισάκι και στρατιωτική αρβύλα, στην ίδια παρέα με μένα – ορκιζόμουν πως αν δεν άκουγα πως την λένε θα στοιχημάτιζα πως την βάφτισαν Μήτσο ή τουλάχιστον Βαγγέλη! Κάποιος φώναξε « Χαρούλα!» και ο Μπάμπης ο Σουγιάς ανταποκρίθηκε.

Απέναντί μου είχα μια Σάσα Μπάστα χωρίς την στολή της γοργόνας και με το όνομα Στάθης, να τραγουδάει «Δέστε μου τα μάτια» από Βανδή (ένα δέσιμο τα μάτια των ακροατών το θέλανε!). Αν εξαιρέσεις τα παρατράγουδα που ευθύνονταν για το σύντομο πολιτισμικό σοκ που έπαθα, η αίσθηση να βρίσκεσαι για πρώτη φορά σε χώρο που υπάρχουν πολλοί όμοιοι με σένα, ασχέτως τι φοράνε, πως περπατάνε, που πάνε με αυτή την φάτσα, ήταν απίστευτη. Όλοι έχετε ένα κοινό, ένα κοινό μυστικό που μέσα εκεί, σας κάνει τουλάχιστον «γνωστούς».

Η Σοφία

Στην παρέα μας ήταν και η Σόφια. Συμπαθητική, καστανή, με καρεδάκι, στα ίδια κυβικά με την Νάντια, λιγομίλητη και το ίδιο υποτονική. Σε συμπαθούσε, σε λάτρευε, καμία διαφορά στην έκφραση. Η Νάντια με την Σοφία, είχαν ξεπεράσει το «φιλικό» και το πηγαίνανε στο «ξαπλωτό». Τελικά, τα βρήκαν και μείνανε μαζί γύρω στο μισό χρόνο.

Η Σοφία είχε τελειώσει πληροφορική και ήταν ο ιδανικός άνθρωπος να ζητήσεις βοήθεια κάθε φορά που είχες τσακωθεί με την τεχνολογία. Ήταν επίσης dj, κολλητή με την Ναταλία Γερμανού, και πριν από όλους μάθαινε πρώτη πιο σουξέ θα κυκλοφορήσει μετά από 2 μήνες. Ζούσε στο κέντρο της Αθήνας με τους γονείς της, τις δύο της αδερφές, έναν τέλειο σκύλο που μάζεψε από τον δρόμο και τον φώναζε «Τσιμπούρι», ενώ για καλή της τύχη έφευγε πολύ συχνά για Θεσσαλονίκη όπου είχε σπίτι δικό της . Και την ησυχία της!

Εγώ με την Σοφία γίναμε φιλαράκια. Ανακάλυψα ότι τελικά η υποτονικότητα της είναι κληρονομική, πως μπορεί να πίνει καθημερινά 4 φραπέδες, αλλά το  πεσμένο βλέφαρο δεν ανοίγει περισσότερο όσες ενέσεις καφεΐνης και να χτυπήσει. Επίσης ανακάλυψα, ότι είχε μια πολύ ωραία φίλη, την Κωνσταντίνα, την οποία ήθελα να κάνω και δική μου φίλη. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, και τελικά τσουλήσαμε στο gay lifestyle σαν νέο ζευγάρι.

Το καλοκαίρι που ακολούθησε, πήγα τις πρώτες μου διακοπές χωρίς τους γονείς μου. Θα έλειπα τρεις μέρες με την Κωνσταντίνα στην Ζάκυνθο , όπου πήγαινε εθελόντρια να σώσει τις καρέτα-καρέτα. Οι γονείς μου, κόντεψαν να με αποκληρώσουν, γιατί κάθε μέρα τους ανακοίνωνα  πως «αύριο, το πολύ μεθαυρίο γυρνάω» και, τελικά,  εγκατασταθήκαμε στο νησί ένα μήνα. Η Κωνσταντίνα, γυρνούσε κάθε μέρα από παραλία σε παραλία, ενώ εγώ μαύριζα το κορμί μου σε κάποιο poolbar, έπαιζα ρακέτες, έκανα τρύπα μόνο στο δεξί αυτί- έτσι από άποψη-, χτύπησα τατουάζ, έχασα 4 κιλά, πέτυχα μια γνωστή της μάνας μου, και περίμενα καρτερικά να γυρίσει κάθε βράδυ η Κωνσταντίνα αποκαμωμένη, μπας και κάνουμε σεξ κάτω από το γεμάτο φεγγάρι.

Ξέχασα να σας πω, ότι η Κωνσταντίνα, ναι μεν με ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και ήθελε να με πάρει μαζί της στις περιπετειώδεις εξορμήσεις της, αλλά, λίγο καιρό πριν γνωρίσει εμένα, είχε χώρισε από 3 χρόνια σχέση με την Μαλβίνα. Όπως και να το κάνεις, τα φαντάσματα του παρελθόντος, άμα δεν κάνεις ένα ευχέλαιο, δεν φεύγουν. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι, όταν ένα βράδυ, μετά από 2 ποτήρια κόκκινο κρασί και καναπεδάκια φτιαγμένα από τα χεράκια μου, η Κωνσταντίνα δεν μου έκατσε, γιατί ήταν πτώμα και λίγο πριν επιστρέψω από την τουαλέτα, την βρήκα κιόλας στο δεύτερο όνειρο. Και όχι, δεν με ενδιαφέρει αν είναι κομμάτια, νυστάζει, βαριέται, σκέφτεται την άλλη, αλλά κάπου εκεί, είπα να κρατήσω μόνο το μαύρισμα μου, δύο γυμνασμένους δικέφαλους, το καινούριο μου τατουάζ και να φλερτάρω πλέον επίσημα με κάποια που έχει περισσότερη ενέργεια.

Τον ίδιο καιρό, η Νάντια μαζί με την Σοφία, τον Πάρη, τον Μάριο, και μια ξαδέρφη του Πάρη , την Δήμητρα,  βρίσκονταν στην Κεφαλονιά. Πολύ καλή αφορμή, για να μεταναστεύσω στο γειτονικό νησί.

Ο Πάρης, ο Μάριος και η Δήμητρα

Ο Μάριος ήταν gay φίλος της Σοφίας. Σπούδαζαν μαζί στην Θεσσαλονίκη, και ανακάλυψαν ότι εκτός από συμφοιτητές ήταν και «ομοϊδεάτες». Ο Μάριος ήταν μανάρι, κλασικό αρσενικό που λιγουρεύονται όλες. Αν δεν τον ήξερες, τον περνούσες για στρέιτ. Ήταν από εκείνους τους ομοφυλόφιλους άνδρες, που αν δεν τον δεις μέσα στα μούτρα σου να φιλιέται με άλλον, μπορείς να βάλεις το χέρι σου στη φωτιά, ότι είναι καθαρόαιμο αρσενικό.

Ο Πάρης, από την άλλη, μπορεί να ήταν θεός, κούκλος, ψιλός, ναυαγοσώστης, αλλά έχανε σε δημοτικότητα μιας και τον καρπό τον έσπαγε λίγο παραπάνω. Όπως η κίνηση, έτσι και η ομιλία. Έγινε μέλος της παρέας όταν γνωρίστηκαν με τον Μάριο μέσα από το gaydar, με σκοπό την «αλληλoικανοποίηση». Το αντιφατικό σε αυτούς τους δύο ήταν ότι ο Μάριος, ήταν vers, χωρίς μάλιστα να έχει ιδιαίτερο πρόβλημα να τον παίρνει πολύ πιο συχνά από όσο τον έδινε. Από την άλλη, ο φαινομενικά «τελειωμένος πούστης» Πάρης ήταν αυστηρά μόνο ενεργητικός.

Όσο για την Δήμητα, την είχα δει κανά δυο φορές στο σπίτι του Μάνου όταν  μαζευόμασταν για να παίξουμε Ταμπού. Ήμουν, όμως, μόλις ένα βήμα πριν να την γνωρίσω καλύτερα. Πήρα λοιπόν την σκηνή μου, το σλιπινγκ μπαγκ μου, και έναν φακό κατάδυσης που καβάτζωσα από μια ναυαγοσωστική λέμβο, και πήγα να βρω την παρέα μου, εγκαταλείποντας την ξενέρωτη «χελώνα» στην Ζάκυνθο. Ελεύθερη πλέον, μπορούσα να ξοδέψω τα υπόλοιπα χρήματα μου σε μαγνητάκια, καρτποστάλ, αναμνηστικά σφηνοπότηρα και κοκτέιλ δίπλα στην άμμο. Τις λατρεύω κάτι τέτοιες στιγμές, όταν έχεις μόλις χωρίσει και αποδεσμευμένη από περιττές σκέψεις, διασκεδάζεις μέχρι τελικής πτώσεως…

 

(συνεχίζεται)