“Τα αγόρια έρχονται και παρέρχονται απ΄τη ζωή σου. Οι φίλοι όμως μένουν” λένε. Οχι πάντα. Η δική μου φίλη, το έσκασε απ΄τη ζωή μου μαζί με το αγόρι μου.

Ήμουν δεκαεπτάμιση κι ήμουν χαμένη. Το θέμα που έπεσε στις Πανελλαδικές δεν το γνώριζα καθόλου. Μου ‘ρχόνταν να αρχήσω να γράφω πάνω στην κόλλα: “Προς όλους τους εξεταστές: Βοήθεια! Η ζωή μου εξαρτάται από εσάς. Εχω ένα αγόρι που με αγαπά. Είναι Γερμανός. Περιμένει να δει που θα περάσω για να μετακομήσει. Δε μπορούμε να μείνουμε χωριστά ακόμη έναν χρόνο, εγώ με φροντιστήρια κι εκείνος με μια βαλίτσα Βερολίνο-Αθήνα. Κι είναι ο πρώτος μου έρωτας,αν μπορείτε να θυμηθείτε κι εσείς απ΄τη δική σας ζωή τι σημαίνει αυτό”.

Άλλες φορές, ήμουν δεκάξι κι ένιωθα ότι ο κόσμος περιστρέφονταν γύρω μου. Είχα την πουά μπαλούν φούστα, τη ζώνη-κορσέ που άρχιζε κάτω από το στήθος κι έφτανε μέχρι τους γοφούς, τόσο φουντωτά μαλλιά όσο ήθελα,μια μικρή τσατσάρα στην τσέπη, για να τα ξαναξύσω σε περίπτωση που πέσει έστω κι ελάχιστα το άφρο. Ημουν στο κλαμπ που ήθελα, ο ντι τζέι έπαιζε το κομμάτι που είχα ζητήσει και το πιο ωραίο αγόρι του κόσμου χόρευε μαζί μου και μου έλεγε πως μ΄αγαπά. “Θα μείνουμε μαζί;” με ρωτούσε. “Πρέπει να τελειώσω πρώτα το σχολείο” έλεγα.

Ηταν είκοσι όταν με γνώρησε κι άρχησε τα πηγαινέλα. Κάθε φορά που έφευγε για την πατρίδα του, έπεφτα στην αγκαλιά της κολλητής μου με κλάμματα. Ηταν η κολλητή που ήθελα. Είχε πουά μπαλούν φούστα, ζώνη-κορσέ που άρχιζε κάτω από το στήθος κι έφτανε μέχρι τους γοφούς, είχε όσο φουντωτά μαλλιά είχα κι εγώ κι είχαμε τρυπήσει με μια καρφίτσα τους αντίχειρές μας όταν είμασταν επτά. Τους κρατήσαμε ενωμένους μεταξύ τους για μία ώρα, κι έτσι  ότι το αίμα μου κύλησε στο δικό της και γίναμε αδελφές.

Οταν ήταν πέντε χρονών, είχε κοτσίδια και μεγάλα σαμπό. Σήκωνε ψηλά τα πόδια της για να μου τα δείξει, τα σαμπό γλυστρούσαν κι έπεφταν με θόρυβο στο πάτωμα, εκεινη ξαναέβαζε μέσα τα πόδια της, τα σήκωνε να τα δω, εκείνα ξαναέπεφταν…Η νηπιαγωγός τα πέταξε θυμωμένη από το παράθυρο,κι εκείνη έβαλε τα κλάμματα. Εβγαλα τα δικά μου παπούτσια, τα πέταξα από το παράθυρο, “μην κλαις κοριτσάκι” της είπα και κάθησα δίπλα της στο θρανείο. Από τότε δε χωρίσαμε ποτέ. Ποτέ, από την πρώτη μέρα του νηπιαγωγείου μέχρι τα δεκαεπτάμιση. Θα ήθελα να μη θυμάμαι τα δεκαεπτάμισή μου. Θα ήθελα να είχα μια μνήμη που να σβήνει ότι της υπαγορεύω.

ΧΑΣΤΑ ΟΛΑ

Άφησα την κόλλα μου στην έδρα και κατέβηκα γρήγορα στον δρόμο. Πήρα τηλέφωνο την Άννα, για να της πω ότι τελείωσα τις εξετάσεις κι ότι μπορούσαμε επιτέλους να ξαναβγαίνουμε. Δεν απαντούσε. Πήρα τηλέφωνο το Ντένις στη Γερμανία για να του πω ότι μπορεί τώρα να έρθει, τελείωσαν τα διαβάσματα, “μα έχει φύγει εδώ και μέρες για την Ελλάδα, δεν είναι στο σπίτι σου;” μου είπε ανήσυχη η μαμά του. Πήρα τηλέφωνο τους γονείς μου, τον αδελφό μου, όλους μου τους φίλους. Μέχρι που κάποιος τον είχε δει. Εδώ και μέρες, κοιμόνταν με την Άννα, μου είπε. Ήμουν δεκαεπτάμιση όταν ο κόσμος στροφογύρισε γύρω μου απότομα γρήγορα. Τα κτίρια, τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι, η ζωή μου, άρχησαν ένα επικύνδυνο γύρω-γύρω. Ζαλιζόμουν, το στομάχι μου ανακατεύονταν, έσκυψα σ΄ένα πεζοδρόμιο κι έκανα εμετό. Με σήκωσε ένας περαστικός “να φωνάξω κάποιον δικό σας;” μου είπε, “δεν έχω κανέναν” απάντησα.”Κανέναν που να με αγαπά εννοώ”. Τα χρόνια που ακολούθησαν τα θυμάμαι καλύτερα. Θυμάμαι που έγινα το πιο μοναχικό κορίτσι στον κόσμο.

Κοιτάζοντας εκ των υστέρων εκείνη την περίοδο, ακόμη δε μπορώ να συνειδητοποιήσω αυτό που είχε συμβεί. Ο πρώτος μου έρωτας και η παιδική μου φίλη, κοιμόνταν μαζί πίσω απ΄την πλάτη μου. Οι άνθρωποι που εμπιστευόμουν περισσότερο απ΄όλους. Δεν έμεινα να ακούσω τις δικαιολογίες τους, δε με ενδιέφερε. Εκείνος μου έστειλε ένα γράμμα όπου προσπαθούσε να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Ηρθε στην Ελλάδα για να μου κάνει έκπληξη, έγραφε, δε με βρήκε και συνάντησε την καλύτερή μου φίλη. Εκείνη του είπε ότι μπορεί να μείνει στο σπίτι της ένα βράδυ, έγιναν δύο, τρία, τέσσερα, μια εβδομάδα που κρύβονταν εκεί από εμένα για να κάνουν σεξ. “Ηταν παρόρμηση της στιγμής” μου έγραφε. “Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου”. Ηταν ποτέ πραγματικά ερωτευμένος; Δε θυμόμουν.

Δεν απάντησα ποτέ σε κανένα του γράμμα. Μερικά δεν τα άνοιξα καν-τα κράτησα όμως. Δε δέχτηκα ποτέ ξανά να τον δω. Ενα πρωί, καθώς βγήκα από το σπίτι, τον βρήκα να κοιμάται στις σκάλες μου, προφανώς με περίμενε εκεί από το προηγούμενο βράδυ. Θυμάμαι που απλά δρασκέλησα με αηδία το κοιμισμένο σώμα του κι έφυγα. Ούτε την κολλητή μου ξαναείδα ποτέ. Μόλις εκείνος την παράτησε, μου έβγαλε έναν απίστευτο ανταγωνισμό. Ελεγε στους κοινούς μας φίλους, για να το μάθω, προφανώς, τι ωραία που είχε περάσει με το αγόρι μου. Αλλά τόσα πολλά αγόρια υπήρχαν σε αυτόν τον κόσμο, γιατί ήθελε το δικό μου;

Οταν είμασταν δεκατρία, μας ήρθε και στις δύο η περίοδός μας, με διαφορά δυο μηνών. Πιστεύαμε ότι το κόλπο για να μη λερωθούμε ήταν να βάζουμε τρεις σερβιέτες μαζί, τις δυο δίπλα-δίπλα και την τρίτη από πάνω και δε μπορούσαμε να περπατήσουμε καλά-καλά. “Αγόρασέ μας κι άλλα πάμπερς, τελείωσαν” λέγαμε τα πρωινά στη μητέρα μου-τις περισσότερες μέρες κοιμόμασταν μαζί στο σπίτι μου. “Σταματείστε να φέρεστε σαν μωρά, είστε γυναίκες τώρα” μας έλεγε εκείνη. Ο αδελφός μου ζήλευε τη σχέση που είχα με την καλύτερή μου φίλη. “Θα χωρίσετε τώρα που γίνατε γυναίκες” μας έλεγε με σιγουριά. “Θ΄αρχίσετε να μαλώνετε για τα αγόρια, θα βγάλετε ανταγωνισμούς και ζήλειες, έτσι συμβαίνει συνήθως με τις γυναίκες”.

Δεν πέρασα στις Πανελλαδικές, αλλά γράφτηκα σε μια ιδιωτική σχολή σε άλλη πόλη. Νοίκιασα ένα διαμέρισμα κι ορκίστηκα ότι θα προσπαθήσω να ξεχάσω για να κάνω μια καινούρια αρχή. Δυο χρόνια αργότερα όμως, ακόμη δε μπορούσα ούτε να κάνω σεξ, ούτε να κάνω φίλες. Απλά δεν ένιωθα τίποτα, για κανέναν άνθρωπο. Ούτε καν μίσος.

BACK TO LIFE

Ημουν είκοσι χρονών και προσπαθούσα να επιστρέψω στη ζωή. “Ζεις μόνη σου σαν το Λύκο της Στέπας” μου είπε ένα κοκκινομάλικο κορίτσι στη σχολή. “Προσπαθώ να έρθω κοντά σου αλλά έχεις κλείσει όλες τις πόρτες γύρω σου”. Δε ντύνονταν ίδια με μένα, δεν είχε το ίδιο κούρεμα, αλλά δε με ανταγωνίζονταν κιόλας. Απορούσε γιατί δεν είχα ποτέ αγόρι. “Έναν χρόνο χωρίς σεξ, είναι δυνατόν;” με ρωτούσε. Ωσπου με έπεισε να αρχίσω να βγαίνω με κάποιον. “Δεν έχεις φίλες;” με ρώτησε εκείνος. “Ποτέ δε μου γνώρισες κάποια”. Είπα ότι οι μέρες μου ήταν μοιρασμένες στο αγόρι μου και στους φίλους μου, δεν έβλεπα τον λόγο γιατί να γίνουμε όλοι μαζί μια παρέα. “Πάντα έτσι ήσουν;” με ρώτησε. Δε θυμόμουν.

Ημουν εικοσιδύο κι άρχιζα να αγαπώ ένα κορίτσι. Την έλεγαν Φαίη κι ήταν ότι πιο χαρούμενο έχω γνωρίσει. Ετρωγε συχνά μπανάνα με σοκολάτα, της άρεσε να φοράμε ρούχα εποχής και να μπαίνουμε σε ρόλους, κι ύστερα να χορεύουμε ξαφνικά μέχρι να μας κοπεί η αναπνοή.  Μια μέρα έφερε τα πράγματά της στο σπίτι μου και είπε ότι δε μπορεί να ζήσει μακριά μου. Ανακάτευε τα άλμπουμ και τα κουτιά με τις φωτογραφίες και ήθελε να μάθει για όλη μου τη ζωή. “Γιατί οι φωτογραφίες αυτού του κούκλου είναι σκισμένες; Ποιος είναι;” με ρώτησε. “Κάποιος γνωστός θα είναι, δε θυμάμαι ακριβώς”. “Είχες παιδική φίλη;” με ρώτησε άλλη μια μέρα. Όχι, ποτέ.”Μα ποτέ δεν έκανες παρέα με κάποιο κορίτσι;”. Δε θυμάμαι.

Όσο καιρό ήμουν φίλη με την Φαίη, ήμουν ευτυχισμένη. Όταν μου έλεγε ότι με αγαπάει την ρωτούσα αν θα με πρόδιδε ποτέ. Ορκίζονταν ποτέ. Κάθε αγόρι που γνώριζα, το έφερνα στο σπίτι και φρόντιζα πάντα να τους αφήνω για λίγη ώρα μαζί. Όταν επέστρεφα στο δωμάτιο, πρόσεχα βλέμματα, κι αν η χροιά της φωνής τους πρόδιδε ότι άρεσαν ο ένας στον άλλον. Μια μέρα γνώρησα έναν σέξι Λατινοαμερικάνο. Τον έφερνα καμιά φορά να κοιμηθεί στο σπίτι κι ύστερα τον άφηνα μόνο εκεί με τη Φαίη, να με περιμένει να γυρίσω από τη δουλειά.  Ένα τέτοιο απόγευμα, γύρισα σπίτι και μια αμυδρή αμηχανία επισκίαζε τις κουβέντες τους. Εκείνος σε λίγη ώρα με φίλησε κι έφυγε. Η Φαίη έπεσε στην αγκαλιά μου. “Ξέρω ότι θα με μισήσεις” μου είπε. “Εκανα σεξ με το αγόρι σου, δεν ξέρω πώς συνέβη”. Το ήξερα εγώ. Εγώ τον είχα σμπρώξει σε αυτήν. Του έλεγα διαρκώς πόσο όμορφη ήταν, πόσο σέξι. Οχι, δεν ήθελα να τσεκάρω εκείνον-δε με ενδιέφερε καν για σχέση. Αλλά ήθελα να τσεκάρω τη φίλη μου. Ήθελα μια απόδειξη ότι μπορούσα να εμπιστευτώ ξανά. Μέχρι που μια μέρα, έβαλα στοίχημα με εκείνον ότι δε μπορούσε να κοιμηθεί με την κολλητή μου. Το στοίχημα ήταν ένα τοστ. Το κέρδισε. Κι έτσι έμαθα ξανά πόσο εύκολα γκρεμίζονται οι ανθρώπινες αξίες. Για ένα τοστ.

Την αγκάλιασα και της είπα “δε με πειράζει ,δεν ήταν σοβαρή σχέση” κι είχε πλαντάξει στο κλάμμα κι έφτιαχνα τηγανιτή μπανάνα με σοκολάτα για να τη συνεφέρω, αλλά θυμάμαι που έλεγε “χρειάζεται σοκολάτα κουβερτούρα κι όχι γάλακτος” κι έκλαιγε πιο πολύ. “Δε με πρόδωσες” της είπα πριν κοιμηθούμε, αλλά το ίδιο βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο μ’ έναν άσπρο λύκο που έτρεχε μόνος του σε μια στέπα. Ούρλιαζε και τον πλησίασα να δω τι συμβαίνει. Από το πόδι του, έσταζε αίμα κι έβαφε το χιόνι. Ξύπνησα από τα ουρλιαχτά του κι από έναν οξύ πόνο στον δεξί μου αντίχειρα.

ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ

Εκείνος έφυγε από τη ζωή μας κι εμείς επιστρέψαμε στη ρουτίνα μας. Πολλές φορές κουβεντιάσαμε το γεγονός, πώς συνέβη, γιατί, ποια είναι η σχέση μας, αν μπορούμε να εμπιστευτούμε η μία την άλλη ή αρκεί να μπει ένας ωραίος άντρας ανάμεσά μας για να τη διαλύσει. Ώσπου ένα βράδυ της είπα την ιστορία μου. Πως το αγόρι στις σκισμένες φωτογραφίες ήταν ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας, πώς είχα παιδική φίλη. Γι΄αυτό δε μιλούσα για το παρελθόν, ντρεπόμουν που δε μπορούσαμε να κάνουμε σωστές σχέσεις. Δεν ξέρω γιατί ήμουν εγώ εκείνη που ντρεπόνταν. Με έβαλε ν’ ανοίξω τα κλειστά γράμματά του. Στα τελευταία, δεν έγραφε τίποτα άλλο από “συγνώμη”, δεκάδες φορές. Δεν παρακαλούσε πια ούτε να του απαντήσω, ούτε να του δώσω άλλη μια ευκαιρία. Ήταν η Φαίη που με πίεζε να τον πάρω τηλέφωνο, “πρέπει να ξορκίσεις τα φαντάσματα του παρελθόντος” μου έλεγε. Δεν το έκανα τότε.

Ήμουν εικοσιεννιά όταν του τηλεφώνησα. Κι ήταν, τυχαία, τη μέρα του γάμου του. Η γυναίκα που καθάριζε το σπίτι των γοννιών του μου το είπε. Δεν άφησα τηλέφωνο, ούτε διεύθυνση. Είπα μονο το όνομά μου και να του πει ότι τον έχω συγχωρήσει, “θα καταλάβει εκείνος” είπα.  “Θα με θυμάται”.

Ένα χρόνο αργότερα, συνάντησα τυχαία και την Άννα, την παιδική μου φίλη. Δε μπορούσε να το πιστέψει που με έβλεπε. “Πάει τόσος καιρός” μου είπε. Της είπα ότι πήρα πρόσφατα τηλέφωνο το Ντένις και παντρεύονταν και καθώς μιλούσα αδιάφορα, ένα αγκάθι βυθιζόνταν στην καρδιά μου. “Που τον θυμήθηκες;” με ρώτησε και χαμήλωσε το βλέμμα. Που τον θυμήθηκα; Μα για μένα ήταν το πρώτο αγόρι που ερωτεύτηκα πραγματικά, κι όχι κάποιος που πέρασα μια εβδομάδα μαζί του. Μου είπε ότι κι εκείνη πρόκειται να παντρευτεί. Μου είπε επίσης ότι διαβάζει κατά καιρούς τα κείμενά μου στα περιοδικά -«αχ, γράψε κάτι για τα εφηβικά μας χρόνια» είπε.

Είμαι τριανταένα χρονών πια κι ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω μου. Απλά έχω τα δετά ψηλοτάκουνα που ήθελα, δικό μου διαμέρισμα, κάρτα αεροπορικών εισητηρίων με μίλια, φουντωτά μαλλιά που φτάνουν στον ουρανό, μια βούρτσα στην τσέπη για να τα κατεβάζω από εκεί, κάποιον με τον οποίο είμαι ερωτευμένη, δυο τρεις φίλους να με αγαπούν, τη γνώση ότι η ζωή δεν είναι πάντα παραδεισένια, την πείρα να διαλέγω καλύτερα τους ανθρώπους μου  και τη δουλειά που πάντα ήθελα να κάνω. Α! κι ένα δωμάτιο cd. Το μόνο που δεν απέκτησα, τελικά, είναι επιλεκτική μνήμη.

Γι΄αυτό, άλλες φορές, είμαι εκατό χρονών και δεν έχω απολύτως τίποτα. Μόνο μια ταλαιπωρημένη λευκή γούνα φορεμένη κατάσαρκα και μυτερά δόντια. Οσφρίζομαι βλέμματα, αγγίγματα, ψίθυρους, προδωσίες, επανεξετάζω τους ανθρώπους της ζωής μου, ξανά και ξανά. Ποτέ δεν πεθαίνω, αλλάζω πληγωμένη αγέλες, μέχρι να βρω μια που φτιάχτηκε πάνω σε πραγματικές αξίες και ιδανικά. Στην έρημη στέπα, δεν επιστρέφω μόνη, έκανε τόσο κρύο, που σου πάγωνε η καρδιά. Λοιπόν, Άννα, κάποια πράγματα, δεν ξεχνιούνται ποτέ.

(δημοσιεύτηκε στο Cosmopolitan GR)

Ενδείξεις

  • Η φίλη σου διαρκώς λέει για τα αγόρια σου ότι δεν ταιριάζετε (μήπως ταιριάζουν καλύτερα σε εκείνη;)
  • Κανένας δεν αρέσει στην φίλη σου, μέχρι τη στιγμή  που εκδηλώσεις εσύ ενδιαφέρον για εκείνον.
  • Είναι κάπως υπερβολικά εκδηλωτική μαζί του.
  • Με το που βρεις έναν καινούριο φίλο, επιμένει να σας κάνει το τραπέζι ή να βγαίνετε όλοι μαζί.
  • Η έκφρασή της αλλάζει μόλις εμφανίζεται το αγόρι σου.
  • Στο πάρτυ δεν ξεκολλά από πάνω του. Την επόμενη μέρα σε παίρνει τηλέφωνο για να δικαιολογηθεί ότι ήταν μεθυσμένη.
  • Οταν έχει έρθει επίσκεψη, ζητά πάντα από τον φίλο σου να την πετάξει με το αυτοκίνητό του μέχρι το δικό της σπίτι.

Γιατί μπαμπά;

Δε βλέπουμε όλοι οι άνθρωποι τη φιλία σαν ιδανικό. Υπάρχουν δεκάδες ανασφαλείς γυναίκες εκεί έξω που βλέπουν τις φίλες τους ανταγωνιστικά. Εστω κι αν δεν το δείχνουν, ζηλεύουν απίστευτα και προσπαθούν διαρκώς να παραβγούν μαζί σου. Το να κερδίσουν το αγόρι σου, είναι μια μεγάλη νίκη. Μάθε να διαλέγεις τις φίλες σου και να κρατάς τις αποστάσεις. Δεν υπάρχει λόγος να κάνεις κολλητή παρέα εσύ με το αγόρι τους, ούτε κι εκείνες με το δικό σου. Εκτός κι αν γίνεται τετράδα και βγαίνετε έξω όλοι μαζί. Ουσιαστικά όμως ξέρεις, ότι οι πραγματικές φίλες σου, είναι ελάχιστες κι είναι εκείνες που εμπιστεύεσαι με κλειστά μάτια.