Tο Αγόρι Λαμπατέρ (part 1)

Η λυπητερή ιστορία του αγοριού λαμπατέρ

Μια φίλη λέει ότι οι άντρες αξίζουν μέχρι να ξυριστούν. Αυτό έχει δόση αλήθειας. Πριν την ηλικία που ξυρίζονται καθημερινώς, όλοι οι άντρες είναι τρυφεροί, ρομαντικοί, πιστοί κι αισθησιακοί. Έτσι κι αρχίσουν να ξυρίζονται, εκτός του ότι σαν προσωπικότητες μεταμορφώνονται σταδιακά στα γνωστά γαϊδούρια που όλες ξέρουμε -αλλά δεν είναι επί του παρόντος να αναλυθεί το θέμα- αλλάζει και η σεξουαλικότητά τους. Κανείς ερευνητής του σεξ μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να αποδείξει τη σχέση πέους και ξυραφιού, πάντως το γνωρίζουμε εμπειρικά, από κάποια ξυρίσματα και μετά η σεξουαλικότητα των αντρών γίνεται όλο πιο dirty και περίπλοκη.

Το αγόρι- λαμπατέρ τον έχω αναγνώστη από τα δεκαοκτώ του. Εγώ ήμουν τότε νεαρή κι αθώα δημοσιογράφος που έγραφε για σχέσεις, εκείνος ήταν νεαρός και αθώος αναγνώστης που το μόνο που τον απασχολούσε ακόμη στα γράμματα που μου έστελνε ήταν γιατί πιστεύω ότι δεν τον πήρε τηλέφωνο το τάδε κορίτσι. Του άρεσε να ταίζει τις φίλες του στο στόμα και να ονειρεύεται τη μέρα που θα της παντρευτεί. Όλες. Και η μία ήταν η γυναίκα της ζωής του και η επόμενη γυναίκα της ζωής του κι άφηνε σε σεντόνια σπέρμα σε σχήμα καρδιάς, όπως ο Zoro το «Ζ».

Αν θυμάμαι καλά, ανακάλυψε τα καλά του σεξ χωρίς συναίσθημα στα 24. «Κάναμε σεξ στον δρόμο, νύχτα, μετά μιλήσαμε για το πόσο δεν αγαπάμε ο ένας τον άλλον και μετά χτυπήσαμε δυο φορές τις παλάμες μας τύπου «give me five». Η καλύτερή μου νύχτα ever» μου έγραφε.

Την ίδια περίοδο που αποκάλυψε και το πρώτο του βίτσιο. Να αυνανίζεται μέσα σε αποστηρωμένα δοχείο για ούρα που έβρισκε στα φαρμακεία. Με ρωτούσε τί πίστευα γι΄αυτό, του έλεγα δεν ξέρω, ας μιλήσει με κανέναν ειδικό, «μίλησα με τον γιατρό μου και ok, μου είπε ότι είναι υγειές. Πρόκειται να ζήσω για πάντα» μου έγραφε.Eξωτερικά έμοιαζε βέβαια με τα αγόρια που ακόμη μαζεύουν κάρτες pokemon, αλλά η αλήθεια είναι ότι έμπαινε για τα καλά στον βίτσιο δρόμο.

Την πρώτη φορά που πήγε σε πριβέ fetish party σε σπίτι, τα έκανε όλα λάθος. Εμφανίστηκε με θεόστενο ολόσωμο λάτεξ κοστούμι αστακού, και συνηδητοποίησε πολύ αργά ότι είχε πληρώσει 500 ευρώ για να μη μπορεί να πηδήξει κανέναν, άσε που το γεγονός ότι για να πάει τουαλέτα και να βγάλει τη στολή, τον έκανε αυτόματα να προτιμά να κατουρηθεί πάνω του. Έτσι το μόνο βίτσιο που κατάφερε να πραγματοποιήσει στο πάρτι ήταν το asphixiation. Μόνος του, χωρίς να του σφίγγει κανείς το λαιμό, έπεσε ξαφνικά κάτω από την ζέστη και το γεγονός ότι δεν έπαιρνε αέρα από πουθενά κι είχε αυτόματο οργασμό. Δεν ξέρουμε πόσο καλός ήταν, πάντως όλοι υποστηρίζουν ότι αν πετύχει το asphyxiation είναι η υπέρτατη μαλακία, αν δε πετύχει είναι απλά μαλακία…Πάντως από εκείνη τη μέρα ζητούσε επιπλέον από τις ερωμένες του να τον πνίγουν και να τον επαναφέρουν στην ζωή λες κι άλλη δουλειά δεν είχαν τα κορίτσια.

Μετά απέκτησε το βίτσιο της ποδολαγνείας αλλά αυτό τον έκανε αυτόματα περιζήτητο γαμπρό- όλες ξέρουμε ότι υποτακτικοί, ποδολάγνοι και σκλάβοι είναι τα καλύτερα παιδιά και γίνονται σύντροφοι ζωής και ιδανικοί σύζυγοι. Δυστυχώς όμως του κράτησε λίγο αυτό γιατί εκτοπίστηκε από το βίτσιο της μουμιοποίησης- ήθελε τον τυλίγουν τυλίγουν οι ερωμένες του έτσι ώστε να μη μπορεί να κουνηθεί, να τον παρατάνε σε μια γωνία και να συνεχίζουν τη ζωή τους σα να μην υπάρχει. Με αυτά και με τ΄άλλα, στα 30 του είχε γίνει πια τόσο βιτσιόζος, που οι φήμες λένε ότι κάποτε ένας σκύλος πήρε ένα σώβρακό του απ΄την απλώστρα και το έφαγε κι έπαθε λύσσα.

Πάντως ήταν ακόμη ευτυχισμένος. Χαρούμενος με αυτό το outing της σεξουαλικότητάς του. Μέχρι που του καρφώθηκε το βίτσιο του ανθρώπου-επίπλου. Πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, όπου του έλεγαν οι φίλοι του ότι είχαν ραντεβού για σεξ, χτυπούσε την πόρτα, έμπαινε αμίλητος, κάθονταν δίπλα στο ζευγάρι κι άναβε τη λάμπα που φορούσε στο κεφάλι (μέσα σε πραγματικό «καπέλο» λαμπατέρ, συνδεδεμένη με καλώδια με τη γεννήτρια στη μέση του, κάτω απ΄το κοστούμι του). Δεν περιμενε κάτι από τους άλλους, απλά να συνεχίζουν το σεξ τους και να λένε πού και που «καλέ τί ωραίο λαμπατέρ είναι αυτό, τι κομψό λυγερό λαμπατέρ…».

Οι φίλοι του όμως σιγά σιγά άρχισαν πραγματικά να τον αγνοούν σα να ήταν όντως λαμπατέρ κι όχι άνθρωπος. Αμέτρητες φορές τον είχαν ξεχάσει κλειδωμένο και νηστικό σε σπίτια, γκαράζ και υπόγεια. Κανείς πια δε ζητούσε τη γνώμη του για οτιδήποτε, κανείς δεν του έδινε σημασία στις παρέες, σα να μην υπήρχε. Κάθονταν πάντα αμίλητος σε μια γωνιά και να αναβόσβηνε τη λάμπα, ακόμη κι όταν δεν τη φορούσε. Το γεγονός του προκαλούσε μεγάλη θλίψη, η οποία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Έτσι από «αγόρι λαμπατέρ» μετονομάστηκε σε «αγόρι λυπητέρ»…

(συνεχίζεται)

(δημοσιεύτηκε στην Lifo)