Τα πάντα είναι ρευστά

Κάπως έτσι άρχισα να κατρακυλάω στον δικό μου βούρκο των one night stand και των σχέσεων ‘‘συνουσίας χωρίς συναίσθημα’’ ( υπάρχουν βέβαια και οι φορές, που το συναίσθημα καραδοκεί, αλλά εσύ δεν του επιτρέπεις να πιάσει όσο χώρο θέλει). Η ιστορία μου με την Ντανιέλα, έληξε το ίδιο κιόλας βράδυ.Από εκείνη την νύχτα η ντροπή δεν μας άφησε να ειδωθούμε ξανά, ενώ διαγράψαμε το περιστατικό οριστικά από τη ζωή μας.

Λίγες μέρες αργότερα έφυγα για Αγγλία. Θα έμενα στο Μάντσεστερ για ένα αθλητικό ρεπορταζ και θα καθόμουν εκεί όσο χρειαζόταν. Τον τρίτο μήνα της παραμονής μου, γνώρισα την Ελευθερία, επίσης Ελληνίδα, που βρισκόταν στην Αγγλία για μεταπτυχιακό. Η Ελευθερία, ξεκίνησε νταραβέρι μαζί μου, διατηρώντας επτασφράγιστο μυστικό την μακροχρόνια σχέση της με «κάποια Σάρα». Ήταν όντως στα χωρίσματα τον καιρό που εγώ μπήκα στην ζωή της, όμως στην πιθανότητα να με χάσει, «ξέχασε» να μου το πει. Ξεκίνησα μια σαπουνόπερα, δίχως να γνωρίζω την ύπαρξη της Σάρας σαν ερωμένη, όταν μια μέρα, μεθυσμένη η «αντίζηλος» μου, χτύπαγε το κουδούνι , 6 ώρα το πρωί, παρακαλώντας την Ελευθερία , να της δώσει ακόμα μια ευκαιρία. (Την Σάρα την είχα γνωρίσει μέχρι τότε ως την «κομπλεξική αγγλίδα συμφοιτήτρια » της Ελεύθερίας).

Η Σάρα πριν γνωρίσει την Ελευθερία, ετοιμαζόταν να αρραβωνιαστεί τον Κέβιν. Έφυγε από το χωριό της στην Σκωτία, παράτησε οικογένεια, φίλους και μέλλοντα γαμπρό, και μετατράπηκε σε Gay pride κονκάρδα, καρφωμένη πάνω στην Ελευθερία. Μην έχοντας άλλη επιλογή, την ακολούθησε στο Μάντσεστερ, για να ζήσει τον μεγάλο έρωτα. Οφείλω να ομολογήσω ότι σε , «βραδινές περιπλανήσεις» κοινής παρέας, όταν ακόμα κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου, δίχως να γνωρίζω ότι πρωταγωνιστώ σε παρτίδα για τρείς, περνάγαμε καλά μετά το τρίτο ποτό, όταν ακόμα ήταν απλά «φίλη», «φίλης μου» αλλά πέρα από αυτές τις εύθυμες στιγμές, δεν είχαμε κανένα άλλο κοινό, μέχρι να έρθει ο καιρός που έμαθα ότι μοιραζόμασταν την ίδια «γκόμενα».

Φυσικά, όταν πήρα πρέφα τη συμβαίνει, η Ελευθερία αβίαστα μου παραδέχτηκε τα πάντα. Συνέχισα μια ιστορία από αυτές που θεωρώ κατακριτέες. Κατακριτέα για μια Σάρα που έχανε τον άνθρωπο της εξαιτίας μου, για μια Ελευθερία που στην δική μου συνείδηση δεν είχε τσίπα – σίγουρα ούτε εγώ είχα που το συνέχισα, αλλά η Ελευθερία απατούσε τον δικό την άνθρωπο(!) .
Δεν της είπα ποτέ. « Ή εμένα ή την άλλη». Ήθελα να διακόψει επειδή το ήθελε, και όχι, δεν ζήλευα ούτε τον πρώτο καιρό που και οι δύο παίζαμε τραμπάλα στην ζωή της. Πώς να ζηλέψω όταν εγώ είμαι το τρίτο πρόσωπο, αν κάποιος έπρεπε να ζηλεύει αυτή ήταν η Σάρα, που βάραγε τις πόρτες ξημερώματα, και εγώ ήθελα απλά, να κρεμαστώ από το Βig Ben.

Η ιστορία μου με την Ελευθερία, κράτησε πάνω- κάτω 4 μήνες. Τα 24ωρα μας, διαδραματίζονταν από ένα «δωμάτιο πανικού», σε σατέν σεντόνια, βγάζοντας στην επιφάνια κραυγές επιβεβαίωσης που υπονοούσαν, «σε θέλω γαμώτο, αλλά θα ήθελα να μην είναι έτσι!». Όλος αυτός ο συναισθηματικός χωματόδρομος με είχε κυριολεκτικά διαλύσει. Ήταν μια σχέση ( ο Θεός να την κάνει) μίσους και πάθους. Ο εγωισμός , δεν άφηνε κανένα πιθανό συναίσθημα να ξετυλιχθεί. Δεν είχα την δύναμη να φύγω μακριά από την Ελευθερία, και αυτό με εξόργιζε, ενώ ήμουν τόσο σίγουρη ότι στην πορεία θα φυτρώσουν μέσα από τα μαλλιά μου, τα ίδια εκείνα «αξεσουάρ» που φύτρωσαν στο κεφάλι της Σάρας. Όλες αυτές οι αναστολές, από την δική μου πλευρά. Γιατί η Ελευθερία, προσπαθούσε – αποτυχημένα – να μου αποδείξει πως δεν είναι έτσι, πως είναι ερωτευμένη μαζί μου και πρέπει να την εμπιστευτώ. Κάτι που δεν θα άφηνα να συμβεί.

Και ήρθε η μέρα, που οι απαντήσεις στα ερωτήματα που έψαχνα απεγνωσμένα καιρό, τσουπ, φανερώθηκαν, σαν να αγκαλιάστηκε ο χρόνος σε δευτερόλεπτα, και ο κόμπος του αποθηκευμένου εκνευρισμού που έτρωγε τον εσωτερικό μου κόσμο, λύθηκε. Τότε ήταν που τελείωσα αυτή την άδοξη ιστορία. Την τελείωσα γιατί δεν άντεχα, πνιγόμουν, δεν ανέπνεα, έβραζα, έβγαζα σπυράκια, τσαντιζόμουν και ναι, μπορεί να έβγαιναν όλα σε ένα τέλειο κρεβάτι, αλλά τι σημασία έχει.

Γιατί ξέρω πολύ καλά, όπως ξέρετε κι εσείς αγαπημένοι μου αναγνώστες, ότι η δύναμη του απαγορευμένου είναι τελικά μεγαλύτερη και από την δύναμη των τρακοσίων του Λεωνίδα. Και αυτό που τελικά με κρατούσε σε αυτή την τραγική ιστορία, ήταν το σενάριο που σκηνοθέτησα, να είμαι η Σταχτοπούτα που το χαμένο γοβάκι, κάνει τελικά σε μένα!

Ότι είχα κάνει στη ζωή μου μέχρι τότε, ήταν μέσα στα σύνορα μια ήρεμης, και γαλήνιας καθημερινότητας, ή σχεδόν ήρεμης, αν εξαιρέσεις τον μπαμπά της Joannas που ακόμα με κυνηγάει από τότε που έμαθε ότι η κόρη του δεν μοιραζόταν μαζί μου μόνο το ρουζ και την μάσκαρα της… Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα μπούτια μου τόσο πολύ, δεν τα είχα μπλέξει στο παρελθόν, ενώ φασώματα και χάδια της μιας νύχτας δεν αφήνα να στριμωχτούν στη ζωή μου.

Ξέρω πως δεν διάλεξα την κατάλληλη στιγμή να σας συστηθώ, αλλά πραγματικά, έμαθα, πως τίποτα δεν είναι ελεγχόμενο στην λεωφόρο της ζωής, από έναν μεγάλο έρωτα έως ένα φιλί με μια άγνωστη στις τουαλέτες ενός κλαμπ. Γιατί πιστεύω ακράδαντα, πως ‘‘οι’’ άνθρωποι αλλάζουν, ‘‘ο’’ άνθρωπος όμως όχι. Ότι χτίζεις , και ότι γκρεμίζεις στην πορεία σου, σε φορτίζει ή σε αλλοιώνει, κάποιες αξίες όμως ζούνε μέσα σου. Πόσο μπορεί να αλλάξαμε στην πορεία του χρόνου; Ίσως παραπάνω από ότι πιστεύαμε.

(συνεχίζεται)