Όταν η Λόλη έφερε στο φοιτητικό μας διαμέρισμα το νέο της έρωτα, τα λουλούδια στο μπαλκόνι μαράθηκαν. Τα ψαράκια στην γυάλα κολύμπησαν ανάποδα. Η Κολέτ, η μαύρη γάτα, άρχισε να κάνει σβούρες γύρω από τον εαυτό της επαναλλαμβάνοντας «χχχ…». Οι οιωνοί έδειξαν ότι μια καταστροφική σχέση ξεκινούσε.

(Διήγημα – από την Ειρήνη Χειρδάρη)

Εκείνος έκανε ένα καταραμένα σέξι στριπτίζ πετώντας ένα ένα τα ρούχα του πάνω στη Λόλη. Στο τέλος άναψε ένα τζόιντ. «Αν μπορείς μην κάνεις ναρκωτικά στο σπίτι» του είπα. Δε μου έδωσε σημασία. Κάπνισε το τζόιντ δίνοντας μερικές «γυριστές» στην Λόλη- στόμα με στόμα και το τζόιντ στη μέση- κι ύστερα κάθισαν στον καναπέ αγκαλιασμένοι. Τους παρατηρούσα να καπνίζουν το ένα τσιγαριλίκι πίσω από το άλλο, μέχρι που έλιωσαν και χύθηκαν στο χαλί.
Για να μη σκέφτομαι, άρχισα να φτιάχνω στο μυαλό μου ένα τραγούδι. Τα λόγια αν θυμάμαι καλά πήγαιναν κάπως έτσι: «Ει, Λόλη, τί τρέχει απόψε; Όου, Λόλη, εσύ τρέχεις απόψε. Τρέχεις και δε φτάνεις».

Τους ξαναείδα μερικές μέρες αργότερα. Ήρθε στο σπίτι για να πάρει τη Λόλη να βγουν. Κάθισε στον καναπέ ενώ εκείνη ακόμη βάφοταν. «Τί θα πάρεις;» τον ρώτησα. «Ένα πιάτο» μου είπε. «Ημέρας;» ειρωνεύτηκα. «Σκέτο» μου απάντησε. Πήρα την Κολέτ τη γάτα αγκαλιά γιατί ήταν έτοιμη να του επιτεθεί, κι έφερα αυτό που μου ζήτησε από την κουζίνα. Άπλωσε στο πιάτο κοκαϊνη και με μια πιστωτική κάρτα έκοψε δυο γραμμές. «Εγώ κι η Λόλη δεν πίνουμε» του είπα. «Η Λόλη πίνει, έτσι δεν είναι μωρό;» φώναξε κοιτάζοντας προς το υπονοδωμάτιο.
Tους έβλεπα να κόβουν, να σνιφάρουν, να ξανακόβουν, να γελάνε, να ξανακόβουν, μέχρι που έλιωσαν και χύθηκαν από τον καναπέ στην πίστα ενός κλαμπ. Τους ακολούθησα μέχρι εκεί, αλλά, ακόμη κι όταν χόρευα, στο μυαλό μου είχα το δικό μου τραγούδι: «Έι, Λόλη, τί τρέχει απόψε; Όου, Λόλη, εσύ τρέχεις απόψε. Τρέχεις επικίνδυνα γρήγορα».

ΕΓΩ ΚΙ Η ΦΙΛΗ ΜΟΥ Η ΛΟΛΗ

Η Λόλη, η συγκάτοικός μου, ήταν ένα ήσυχο κορίτσι. Όχι ακριβώς «γαλλικά-μπαλέτο-πιάνο», πάντως ήσυχο. Μέχρι εκείνο το πρωί, που γύρισε σπίτι και μου είπε για έναν τύπο που είχε γνωρίσει και ήταν «τόσο, μα τόσο, μα τόσο διαφορετικός».  Δεν την είχα δει ποτέ ξανά τόσο ερωτευμένη. Επίσης δεν την είχα δει ποτέ ξανά τόσο μαστουρωμένη. «Μήπως πρέπει να ξεκόψεις;» τη ρώτησα μετά από δύο μήνες που έβγαινε με τον ίδιο τύπο. «Δε σε αναγνωρίζω πια». «Έχει πολλά ελαττώματα» μου έλεγε, «αλλά θ΄αλλάξει, θα τον ξεκολήσσω απ΄όλα αυτά». Το μόνο που έγινε τελικά ήταν να κολλήσει εκείνη στο δικό του τρόπο ζωής: ναρκωτικά, κλαμπ και ξενύχτια. Οι απιστίες ήρθαν αργότερα.

Την πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι εκείνος κοιμόταν και με μια φίλη της Λόλης ήταν Κυριακή ξημερώματα. Η Κολέτ η γάτα βρισκόταν  τεζαρισμένη στο πάτωμα, γιατί κάποιος της είχε βάλει για πλάκα χάπια στην γατοτροφή. Τα χρυσόψαρα κολυμπούσαν νευρικά. Οι γλάστρες με τα λουλούδια ήταν γεμάτες γόπες. Κι εγώ περπατούσα το μακρύ διάδρομο που ένωνε το δωμάτιό μου με το σαλόνι ουρλιάζοντας από το τηλέφωνο στον κτηνίατρο να ξυπνήσει.

Το σαλόνι κάποτε ήταν ο κοινός κόσμος που είχα με τη Λόλη. Εκεί γράφαμε, παίζαμε μουσική, βλέπαμε ταινίες, τρώγαμε και χορεύαμε. Τώρα είχε γίνει ο κόσμος εκείνου και της Λόλης. Όταν μπήκα μέσα, είδα το φίλο της και δύο ακόμη κορίτσια να πίνουν μπάφο πάνω από ένα κουβά γεμάτο νερό. Με την βοήθεια ενός πλαστικού μπουκαλιού το είχαν μετατρέψει σε αργιλέ. Ήταν ημίγυμνοι και το δωμάτιο μύριζε αποπνικτικά. «Εσύ όλο κοιμάσαι και χάνεις τα καλύτερα πάρτι» μου είπε εκείνος ενώ αγκάλιαζε το ξανθό κορίτσι δίπλα από τη Λόλη. Έπιασα το βλέμμα της που έμοιαζε ανήσυχο.
Όταν γύρισα από τον κτηνίατρο, πήγα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ για να ηρεμήσω. Εκεί με ακολούθησε η Λόλη. «Κοίτα τον, δεν ξεκολάει από πάνω της» μου έλεγε για το ξανθό κορίτσι. «Μου είπαν μεταξύ σοβαρού κι αστείου ότι κάνουν σεξ πού και πού μαζί. Το πιστεύεις;» «Χώρισέ τον» της είπα. «Δεν έφτασες αρκετά χαμηλά;» «Συγνώμη για το γατάκι» μου είπε κι έβαλε τα κλάμματα. Μου είπε επίσης ότι τον αγαπούσε σε σημείο εξάρτησης. Έκλεισα με δύναμη την πόρτα του δωματίου μου. Εκείνος έτρεξε πίσω μου ρωτώντας τί συνέβαινε. Δεν άνοιξα, κι άλλαξα ρεφρέν στο τραγούδι: «Έι, Λόλη, ποιος κλαίει απόψε; /Όου, Λόλη, εσύ κλαις απόψε/Κλάψε και τρέξε όσο πιο μακριά μπορείς».

ΤΑ ΚΑΚΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΑΝΕ ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (ΝΩΡΙΤΕΡΑ)

Η σχέχση της Λόλης είχε απασχολήσει αρκετά την παρέα μας. Όλοι όσοι την αγαπούσαμε συνεδριάζαμε κατά καιρούς για το πώς θα μπορούσαμε να ξεκολήσσουμε από τον τύπο. Το παλιό της αγόρι, ο κολλητός της, οι φίλες της, όλοι προσπάθησαν να της μιλήσουν. Προτιμούσε όμως να ξεκόψει απ΄την παρέα παρά ν΄ακούει για τα ελαττώματα του φίλου της. Όταν η σχέση της έκλεισε δυο χρόνια, όλοι το πήραν απόφαση ότι δε μπορούσαν πια να κάνουν τίποτα για τη Λόλη. «Τώρα να παρακαλάμε μόνο να μην την αφήσει εκείνος» είπε ο κολλητός της. «Τον αγαπάει τόσο, που αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα καταρρεύσει».
Στο μεταξύ η Λόλη μετακόμισε σπίτι του. Κράτησε όμως το παλιό σπίτι, όπου έρχονταν για καφέ και κουβέντα.

Όταν ήμουν μόνη μαζί της, ήταν όπως παλιά. Η δική μου Λόλη. Συναισθηματική, με κάποιες καλλιτεχνικές ανησυχίες και πολλές υπαρξιακές φιλοσοφίες. Η Λόλη που μου έμοιαζε. Με το που εμφανίζονταν όμως αυτός, γινόταν άλλο άτομο. Ήξερε πως ουσιαστικά είχε μεταμορφωθεί, είχε γίνει πια όπως την ήθελε εκείνος. Τρελιάρα γκόμενα. Του άρεσε να γίνονται λιώμα και να κάνουν σεξ στις τουαλέτες των κλαμπ. Κι αν εκείνου του άρεσε ένα κορίτσι, έστελνε τη Λόλη να τη γνωρίσει και να του την πάει. «Μα είσαι ευτυχισμένη έτσι;» τη ρωτούσα. «Όταν είμαστε καλά, είμαι πολύ ευτυχισμένη» μου έλεγε. «Δεν είναι κακός στην πραγματικότητα. Τουλάχιστον δεν είναι κανένας φλώρος».  Προσπαθούσα να της αναπτύξω την θεωρία που λέει ότι οι γυναίκες μέχρι μια ηλικία έχουμε την ηλίθια τάση να ερωτεύονται τα κακά αγόρια. Εκτιμάμε τους «βαρετούς φλώρους» και τα «καλά παιδιά» που μας αγαπούν μόνο αφού φάμε πολλές σφαλιάρες στη ζωή. Κι εφόσον βέβαια μπορούμε να σηκωθούμε ζωντανές μετά από αυτές.

Κάποιες περιόδους εκείνος, ο τόσο κοινωνικός, χτυπούσε κάτι φρίκες και ζητούσε απομόνωση. Έλεγε στη Λόλη να μην τον ενοχλήσει για ένα διάστημα. Εκείνη ρωτούσε τί είχε κάνει. «Τίποτα» της απαντούσε, «θέλω να μείνω λίγο μόνος». Της εξηγούσα ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος μετά τόσα ναρκωτικά και τέτοια ζωή δε γίνεται να μην έχει ψυχολογικά προβλήματα. Τη συμβούλευα να απευθυνθούν σε έναν οικογενειακό σύμβουλο για θεραπείες που γίνονται στα ζευγάρια. Δεν πήγε τότε. Πήγε αργότερα. Όταν άρχισαν οι ομηρικοί καβγάδες.

ΟΠΟΙΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΠΑΙΔΕΥΕΙ;

Δεν θυμάμαι γιατί ακριβώς καβγάδιζαν. Μπορεί να ήταν γιατί η Λόλη, χωρίς να σκουπίσει το μέλι που είχε χυθεί, έβαζε ξανά το βάζο στο ντουλάπι του σπιτιού του. Γιατί εκείνος είχε ξυπνήσει πέντε το πρωί και είχε πάει σ΄ένα after club αφήνοντάς τη σπίτι να κοιμάται. Ή γιατί κάποιος από τους δυο είχε ξεχάσει να κατεβάσει τα σκουπίδια. Κι όμως, αυτοί ήταν λόγοι για να σπάνε αντικείμενα στο σπίτι, να πετάνε ρούχα από το παράθυρο, να πίνουν κι οι δυο για να ξεχάσουν και να ξενοκοιμούνται για να πληγώσουν ο ένας τον άλλο σε μια μια ακόμη επίδειξη δύναμης. Συνήθως, νικητής έβγαινε εκείνος κι εκείνη κατέρρεε.

Στον οικογενειακό σύμβουλο πήγαν μετά από ένα βράδυ που εκείνος χαστούκισε τη Λόλη, εκείνη τον πέταξε στη θάλασσα και μετά ξέσπασε σε κλάμματα. Όχι ότι ο ειδικός τους είπε περισσότερα πράγματα απ΄ότι εμείς. Ότι δηλαδή η σχέση τους ήταν αυτοκαταστροφική και αν δεν ήθελαν να χωρίσουν, θα έπρεπε να αλλάξουν εντελώς τον τρόπο ζωής τους. Να βάλουν κοινούς στόχους, προγράμματα, να σταματήσουν να γυρίζουν από κλαμπ σε κλαμπ χωρίς να έχουν καθημερινότητα, και να πάψουν να πληγώνουν ο ένας τον άλλον.
Οι συμβουλές στην αρχή έπιασαν τόπο. Η Λόλη έπιασε δεύτερη δουλειά κι επέστρεψε στις προπονήσεις. Εκείνος έλεγε ότι έψαχνε δουλειά, στην πραγματικότητα όμως δε χρειάζοταν να ψάξει, γιατί οι γονείς του τού είχαν γράψει την περιουσία τους κι από τα 20 του ήταν εισοδηματίας.

Κάποτε αποφάσισαν να παντρευτούν. Όλοι οι φίλοι που παραβρεθήκαμε στο τραπέζι της ανακοίνωσης του γεγονότος δεν ξέραμε αν έπρεπε να δώσουμε την ευχή μας, αλλά τέλως πάντων είπαμε «τόσα πράγματα έχουν ζήσει τα παιδιά μαζί». Χώρισαν ένα χρόνο αργότερα. Χωρίς να παντρευτούν. Από τη Λόλη έμαθα ότι χώρισαν γιατί εκείνος είχε γίνει τζάνκι κι εκείνη είχε βαρεθεί να προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή της και να τον παρακαλά να κάνει επιτέλους κάτι κι εκείνος για την δική του τη ζωή.

Ο χωρισμός ήταν η μόνη ουσιαστική πράξη αγάπης που έκανε η Λόλη. Μόλις τον άφησε, εκείνος έπαθε σοκ. Δεν είχε κάτι άλλο στη ζωή του να πιαστεί. Μετά από μια απόπειρα αυτοκτονίας μπήκε σε κλινική αποτοξίνωσης, μήπως καταφέρουν να τον ξεμπερδέψουν οι ειδικοί. Η Λόλη έφτιαξε τις βαλίτσες της, μας αγκάλιασε κλαίγοντας, εμένα, τη γάτα Κολέτ, το πρώην αγόριι της κι όλη της την παρέα, και μας είπε ότι έφευγε για ένα μεγάλο ταξίδι. Εκείνο το βράδι, βρήκα επιτέλους την ηρεμία μου κι άλλαξα πάλι το ρεφρέν του τραγουδιού που έγραφα: «Έι, Λόλη, τί τρέχει απόψε; Όου, Λόλη, εσύ τρέχεις απόψε/ Τρέξε στην άλλη άκρη της γης, γιατί η αγάπη σε κράτησε πάλι πολύ».

ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τον συνάντησα πρόσφατα σε ένα καφέ. Καλούσε έναν έναν όσους είχε πληγώσει για να τους ζητήσει συγνώμη και να τους δείξει τις προόδους που είχε κάνει. Υγιής πια, έκανε μεταπτυχιακό στο Λονδίνο. «Και με τη Λόλη;» τον ρώτησα. «Συναντιέστε;» «Μπα» είπε γελώντας, «τηλεφωνιόμαστε μόνο. Έχει καινούριο φίλο, αθλητή, φλώρο. Μακριά κι αγαπημένοι».

Μακριά κι αγαπημένη ήταν και για μένα η Λόλη. Την τελευταία φορά που μου τηλεφώνησε μου είπε πόσο δίκιο είχα. Με ρώτησε πώς είναι τα πράγματα στο σπίτι. «Η Κολέτ έγινε μαμά κι έχω έξι γατάκια επιπλέον. Τα ψαράκια στη γυάλα έχουν πληθύνει κι αυτά. Κι έχω γεμίσει το μπαλκόνι λουλούδια». Ποτέ δεν την είπα για εκείνο το τραγούδι που έγραφα κι άρχιζε κάπως έτσι: «Μένω μαζί με τη Λόλη/ Σ΄ένα διαμέρισμα στο κέντρο/ Εγώ και η φίλη μου η Λόλη/ Κι ένα φευγάτο αγόρι που το φωνάζουν Πέτρο/ Αλλά εκείνη τελευταία τρέχει/ Προσπαθώ να καταλάβω τί έχει/ Το πρώτο που κάνω όταν ξυπνώ/ Τη ρωτώ/ Τρέχει τίποτα, Λόλη;/ Μια μέρα του Γενάρη/ Ένιωσα τόσο μόνη/ Ο Πέτρος είπε «Με ποιον μιλάς; Δεν υπάρχει στο σπίτι καμιά Λόλη»/ Κι ένιωθα τόσο  μόνη/ Κάθε φορά που εκείνος έλεγε «Λυπάμαι γλύκα, δεν υπάρχει Λόλη»/ «Μέτρα όσους κατοικούν σ΄αυτή την πόλη»/  Ένα, δύο, τρία, είμαι μόνη/ Ίσως γι΄αυτό έπλασα με τη φαντασία μου τη Λόλη/ Μια φίλη, για ν΄αντέξω όσα περνούσα/ Να μην παραδεχτώ πως εγώ ένα λάθος αγαπούσα/ Μα εκείνος πάντα λέει «Λυπάμαι γλύκα, εσύ είσαι η Λόλη»/ Κι όταν το ακούω τρέχω άσκοπα πάνω κάτω στην στην πόλη/ Φωνάζοντας στους περαστικούς πως είναι ένα λάθος η ζωή μου όλη/ Έι, Λόλη, τί τρέχει απόψε;/ Όου, Λόλη, εσύ τρέχεις απόψε/ Τρέξε όσο πιο μακριά μπορείς/ Μέχρι την άκρη της Γης…»

Τη Λόλη, τον εαυτό μου που δεν αναγνώριζα, δεν τον ξαναείδα ποτέ. Κι έζησε εκείνη καλά κι εγώ καλύτερα. Με τη γάτα Κολέτ, τον καινούριο μου έρωτα και τα ψαράκια που πια δεν κολυμπούσαν ανάποδα, γιατί αυτό δε συμβαίνει ποτέ στην καλή πλευρά της ζωής. Εκεί που πραγματικά δεν τ ρέχει μία…

(Δημοσιεύτηκε στο Cosmopolitan GR)

 

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΝ ΒΙΩΝΕΙΣ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΕΡΩΤΑ

Φύγε από την πόλη. Κλείσε για δυο μέρες ένα μονόκλινο δωμάτιο σε κάποιο νησί. Κάθισε και σκέψου όλη την περίοδο από τότε που τον γνώρισες. Βγάλε το πάθος και δες τη σχέση χωρίς τη σεξουαλική έλξη. Βαθμολόγησε πόσο ευτυχισμένη και πόσο δυστυχισμένη ήσουν κάθε μήνα. Αν η τελική βαθμολογία σε βγάλει λιγότερο από 50% ευτυχισμένη, πρέπει να τον αφήσεις. Όταν επιστρέψεις, ανακοίνωσέ του το. Μην απαντήσεις ποτέ ξανά σε τηλέφωνό του. Αν μπορείς, πήγαινε ένα μεγάλο ταξίδι. Ο χωρισμός θα πονέσει σαν κανονική εγχείρηση. Σκέψου ότι είναι σα να βγάζεις μια κακή αρρώστια από μέσα σου. Στην ανάρρωση ήδη γνωρίζεις ότι έχεις μια πολύ καλύτερη ζωή μπροστά σου. Σύντομα θα είσαι απίστευτα πιο χαρούμενη και κάποτε θα απορείς πώς ανεχόσουν τόσα πράγματα.

ΣΗΜΑΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ

  • Όλοι οι φίλοι σου σου έχουν πει ότι αυτός ο άνθρωπος δεν κάνει για σένα.
  • Κλαις συχνά.
  • Κάνεις πράγματα που δεν ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία σου.
  • Νιώθεις σαν κάποιος να σου έχει ρουφήξει την ενέργεια.
  • Δεν έχεις καθόλου αυτοπεποίθηση.
  • Οι γονείς σου σου έχουν κόψει την καλημέρα.
  • Τα κατοικίδιά σου τον μισούν.
  • Συχνά αναρωτιέσαι πού πας.
  • Φοβάσαι μήπως τα παιδιά σου του μοιάσουν.