The "L" Stories (part 17)

  • out of the book Pussy Cats, Taschen

Τέσσερις παρόμοιες ιστορίες (no1)

από την Κατρίν Ο

…»Ήμουν δεν ήμουν 17. Η μητέρα μου θα πήγαινε στην Ιταλία για δουλειές και με πήρε μαζί της. Μέναμε σε ένα νεοκλασικό  ξενοδοχείο στο κέντρο της Ρώμης. Βαριές κουρτίνες, μια ξύλινη επιβλητική σκάλα, ψιλά ταβάνια, έργα τέχνης στους γύρω τοίχους. Στο δωμάτια απέναντι από το δικό μας έμενε η Σερένα. Η Σερένα ήταν Ιταλίδα. Έδειχνε να είναι σχεδόν συνομήλικη μου. Ψιλή, με δέρμα σταρένιο, κατάμαυρα μάτια και μαλλιά. Κάθε πρωί, όταν η μητέρα μου άνοιγε την πόρτα για να φύγει, η Σερένα άνοιγε και εκείνη την πόρτα του δωματίου της, και τότε το βλέμμα της συναντούσε το δικό μου. Κάθε πρωί, γύρω στις 8:30 το ραντεβού μας ήταν ίδιο. Ήταν ένα. Δίχως να μιλάμε, δυο κοπέλες από άλλους κόσμους. Είχαμε μια κοινή γλώσσα. Την γλώσσα του σώματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα κατάμαυρα μάτια. Ώσπου ήρθε εκείνο το πρωινό, μια μέρα πριν  φύγω πίσω στην Ελλάδα, η Σερένα λες και το ήξερε πως κανένα άλλο πρωινό τα μάτια μας δεν θα ανταμώσουν, δεν έκλεισε την πόρτα. Η μητέρα μου απομακρύνθηκε στις σκάλες. Εκείνη έμεινε εκεί. Να με κοιτάζει. Έμεινα και εγώ. Άπλωσε το χέρι της, λες και οι ψυχές μας μιλούσαν, περπάτησα δειλά μέχρι απέναντι. Άπλωσα και γω το χέρι μου στο δικό της. Την άφησα να με τραβήξει μέσα. Τα μάτια μας δεν χωρίστηκαν στιγμή. Η πόρτα έκλεισε πίσω μας. Αγκαλιαστήκαμε, θαρρείς και χρόνια περιμέναμε αυτή τη στιγμή, θαρρείς και γνωριζόμασταν από παλιά. Το κορμί της εφάρμοσε απόλυτα πάνω στο δικό μου, τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω μου, τα χείλη μας, έτρεμαν, μα δεν άργησαν να ενώσουν. Ήταν ότι πιο όμορφο έχω ζήσει. Εκείνο το πρωινό στην Ιταλία, έκανα πρώτη φορά έρωτα. Έκανα έρωτα με μια γυναίκα, χωρίς τίποτα να διαλύσει την μαγική σιωπή. Τίποτα πέρα από τις αναπνοές μας. Δεν μιλήσαμε. Τι να πούμε άλλωστε; Σε ποιά γλώσσα; Δεν χρειαζόταν να πούμε κάτι. Τα μάτια μας, τα κορμιά μας, τα έλεγαν όλα. Μείναμε μαζί τέσσερις ώρες. Βήματα στην σκάλα .Άκουσα βήματα στις σκάλες. Η μητέρα μου γύριζε. Έπρεπε να είμαι στο δωμάτιο μας. Όπως χθες. Όπως κάθε προηγούμενη μέρα. Αλαφιασμένη, έτρεχα να ντυθώ, και η Σερένα έψαχνε μαζί με μένα τα τσαλακωμένα μου ρούχα, ένα βιαστικό φιλί και ένα βλέμμα για αντίο, και πάλι πίσω στο δωμάτιο μου. Δεν την ξανά είδα ποτέ. Ποτέ καταλαβαίνεις; … δεν θα ξεχάσω ποτέ τα μαύρα της μάτια..»

 Μέσα σε εκείνο το γραφικό στέκι της οδού Θεσσαλονίκης η Αντρέα μου διηγούταν την ιστορία της. Ποτέ δεν θα μάθω αν ήταν αληθινό της βίωμα, ή ένας τρόπος να με μαγνητίσει. Γιατί η Άντρια, όσο και αν ταράχτηκε με τις προτιμήσεις μου, όσες φορές κι αν με ρώτησε τι θα κάνω στη ζωή μου, πως θα φέρω στον κόσμο παιδιά, αν θα παντρευτώ, τι θα πω στους γονείς μου, αυτή η ταραχή της, έδειχνε να την πωρώνει.  Να την βυθίζει κάπου μέσα της, σε πρωτόγνωρες δικές της εμπειρίες, ή σε βαθύτερα θέλω της που την έσπρωξαν να πλάσει τους δικούς της μύθους, τα δικά της τρυφερά παραμύθια. Χαραγμένα στις γραμμές της παλάμης της ή στην ταξιδιάρα φαντασία της. Ποτέ δεν θα μάθω. Ποτέ δεν θα μάθετε και εσείς.

 Η Αντρια μου άνοιξε την ψυχή της στο δεύτερο μας ραντεβού. Όχι ραντεβού ερωτικό. Θα έλεγα καλύτερα, η δεύτερη φορά που βρεθήκαμε μόνες οι δυό μας, δίχως τα αδιάκριτα βλέμματα κοινών γνωστών. Λες και το είχε σκηνοθετήσει. Μπορεί και να το είχε. Μπορεί και να είμαι και λίγο παραπάνω καχύποπτη.

«Νόμιζα πως τίποτα δεν θα είναι ίδιο πια. Προσπάθησα, έκανα σχέσεις, γνώρισα πολλούς, μα πάντα κάτι μου έλλειπε. Ξάπλωνα να κοιμηθώ, και έβλεπα εκείνη. Έκανα έρωτα με άλλους και έβλεπα εκείνη. Ένιωθα την ανάσα της στο πρόσωπο μου, ξυπνούσα ιδρωμένη, και έλεγα πάλι όνειρο ήταν. Όμως κάτι συνέβη τελευταία. Ένιωσα εκείνο το σκίρτημα. Είδα τα μάτια της μέσα στα μάτια μια άλλης κοπέλας. Δεν θέλω να την χάσω αυτή τη φορά. Δεν θα το αντέξω.»

 Άκουγα με μεγάλη προσοχή τα όσα μου έλεγε. Εκείνη χαμογέλασε. Το πρόσωπο της, άλλαξε. Από γαλήνιο και ονειροπόλο, το χαμόγελο της έγινε επιθετικό. Όχι εκείνο το επιθετικό το αγριεμένο το αιμοβόρο, εκείνο το επιθετικό το πονηρό, το έκφυλο, το γεμάτο υπονοούμενο. Τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω μου. Σαν να ήμουν το θήραμα της και ήταν έτοιμη να με κατασπαράξει. Ανασήκωσα το βλέμμα μου, και εκείνη με κοιτούσε κατάματα, επίμονα. Δεν μιλούσε, ώσπου έσπασε την σιωπή της.

 «Δεν μπορεί να μην καταλαβαίνεις σε ποια αναφέρομαι;»

 Πάγωσα. Πάγωσα στην υποψία αυτού που υπονοούσε. Πάγωσα γιατί ήταν η σειρά μου να μιλήσω. Γιατί δεν ήμουν έτοιμη, δεν είχα σκεφτεί τι θα πω. Φανταζόμουν τους πίνακες σε εκείνους τους τοίχους του νεοκλασικού ξενοδοχείου. Ακόμα έφτιαχνα στο μυαλό μου την Σερένα, και το έντονο βλέμμα της, ακόμα έβλεπα την μητέρα της Άντριας να ανεβαίνει βιαστικά την ξύλινη σκάλα, δίχως να είμαι σίγουρη αν θα προλάβουν οι δύο πρωταγωνίστριες να χωριστούν, αν θα ειδωθούν ποτέ ξανά. Όμως το βλέμμα της, ήταν εκεί. Ασταμάτητο. Ανεξέλικτο. Φαντάζομαι πως θα ήταν το ίδιο βλέμμα που κάρφωνε την όμορφη Ιταλίδα τότε. Το ίδιο βλέμμα, ήταν σήμερα εδώ και με έσπρωχνε να δώσω μια απάντηση. Μια απάντηση που έπρεπε να σκεφτώ καλά πριν ξεστομίσω…

Με την Ντέινα, είχαμε πέντε κοινές φίλες. Όχι από το Facebook. Στην πραγματικότητα, είχαμε εξίσου την ίδια πεντάδα κοινής φιλίας και διαδικτυακά, αλλά αυτό συνέβη, μιας στην εποχή που ζούμε, ελάχιστοι έχουν αποκτήσει ανοσία στον  κύριο Μαρκ Ζούκερμπεργκ και το περιβόητο “Προσωποβιβλίο» του.

Η Ντέινα έπαιζε μπέιζμπολ. Σίγουρα οι προσπάθειες της να με πείσει να ακολουθήσω το αγαπημένο της άθλημα ήταν υπεράνθρωπες, όμως εξακολουθώ να αισθάνομαι άβολα, κάθε φορά που της επιβεβαιώνω πως προτιμώ να βάζω το χέρι μου «αλλού», και όχι σε εκείνο το βρωμερό τεράστιο «χειράκτιο» του μπέιζμπολ. Παρ’ όλα αυτά, πήγα. Το αηδιαστικό γάντι, παρέμεινε το ίδιο σιχαμερό, όμως έδωσα την χαρά στην καρδιακή μου φίλη να δοκιμάσω, άσχετα αν πολύ σύντομα εγκατέλειψα, κρατώντας μοναδικό μου λάφυρο, πέντε κοινές φίλες…

 ... Εκείνη τότε αποκρίθηκε « Πες μου έστω, πως κάποτε μπορεί να είμαστε μαζί..» Και εγώ, έκανα το ίδιο λάθος που κάνουμε όλοι. Δεν είπα ναι. Αλλά δεν είπα και όχι. Αυτή την ευγένεια μου, πληρώνω ακόμα. Γιατί μέχρι τότε, πίστευα πως «εκείνοι»- τα επίμονα, υπομονετικά πλάσματα αυτού του πλανήτη, που κυκλοφορούν με την ταμπέλα «Ο τολμών νικά» καρφωμένη στο μέτωπο τους, σε πολιορκούν επίμονα, μέχρι να τους κάνεις ολογράφως επιστολή , πως δεν είσαι διαθέσιμη, ήταν οι άνδρες. «Εκείνη», ήταν το άτομο, που με έκανε να αναθεωρήσω, πως τα αρχαία γνωμικά και οι τίτλοι ιδιοκτησίας, δεν είναι αποκλειστικά προνόμιο αντρικό, προσθέτοντας με αυτό τον τρόπο στη λίστα μου και το αδύναμο φίλο.

Αυτή η «εκείνη», ήταν η πρώτη κοινή μας φίλη με τη Ντέινα, η Άντρια.

 

(συνεχίζεται)