Όρκος Σιωπής

Aυτό το bedtime story είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, όπως μου τα διηγήθηκε ένας καλός μου φίλος, απόγονος μιας οικογένειας Ιρλανδών που αφορίστηκε από την Προτεσταντική Εκκλησία.

*(Αφιερωμένο στον Ν. L. Sweeney)

Λένε ότι αν σε αγγίξει ποτέ ξωτικό, πραγματικό ξωτικό, το σώμα σου σπάει σε χίλια κομμάτια. Ίσως γι΄αυτό δεν της άρεσαν ποτέ πριν οι ξανθοί άντρες με τα διάφανα μπλε μάτια. Της έφερναν στο μυαλό της θρύλους που ακούγονται τα βράδια δίπλα από δάση και ποτάμια. Δεν τους εμπιστεύονταν. Όταν την έπιασε απ΄τη μέση να την τραβήξει κοντά του στο κλαμπ για να την κάνει να ακούσει τί της έλεγε, άκουσε την σπονδυλική της στήλη να σπάει σαν χορδή.

Ήταν υπνωτιστικός έρωτας. Από αυτούς που δε μπορείς να σκεφτείς τίποτα και σε τραβάνε αργά απ΄τη μέση σε ένα άλλο επίπεδο. Πάνω απ΄τον κόσμο, πάνω απ΄την πραγματικότητα, πάνω απ΄τον εαυτό σου. Με οξυμένες όλες σου τις αισθήσεις προσπαθείς καμιά φορά να πατήσεις για λίγο πάλι στο έδαφος, στις μύτες έστω, αλλά δε μπορείς.

Κι όμως, εκείνο το πρωί της είχε έρθει γράμμα απ΄τον Θεό. «Δεν θα έπρεπε να ερωτεύεστε τόσο εύκολα». Ήταν ένας στίχος γραμμένος πάνω σε ένα χαρτί που μπήκε απ΄το παράθυρό του κι έπεσε δίπλα της στο μαξιλάρι. Δε μπορεί, σκέφτηκε καθώς ξύπνησε και διάβαζε, ήταν θεϊκό σημάδι.

Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε μέρες. Δεκαπέντε μέρες που ήρθε επειγόντως η φίλη της από την Αθήνα να την συναντήσει στο νησί. Ανέλυαν και ξαναανέλυαν την τελευταία της σχέση, τί είπε, τί του είπε, τί πήγε στραβά, γιατί κατέληξε με αντικαταθληπτικά όταν εκείνος την άφησε. «Απλά η σχέση σας έκανε τον κύκλο της» έλεγε η Τάνια, η κολλητή της. Τον κύκλο της. Πφ! Με το που ανοίγει το κέντρο αγάπης στον εγκέφαλο μόλις δουλέψει η χημεία σου με κάποιον, μπορεί ο οργανισμός να εκρίγνει όλα τα ναρκωτικά του που σε κάνουν να είσαι ερωτευμένη, αλλά για πόσο; Σε δυο χρόνια το πολύ τα έχεις κάψει όλα. Οπότε φεύγει ο έρωτας. Και χωρίζεις. Με δράματα και υστερίες. «Έφταιγαν αυτά που λέγαμε» έλεγε στην Τάνια. Αυτά που λένε οι ερωτευμένοι μεταξύ τους.Ενεργοποιούν ο ένας το κέντρο αγάπης του άλλου. Χωρίς λόγο.

Όταν εκείνα τα ξημερώματα το χαρτάκι απ΄τον Θεό έπεσε στο μαξιλάρι της και το διάβασε, πήρε όρκο σιωπής. Δεν θα προσπαθούσε ποτέ ξανά να κρατήσει κάποιον δικό της. Όσο και να τον είχε ερωτευτεί. Ο έρωτας σκλαβώνει τους ανθρώπους. Και η δοκιμασία ήρθε το ίδιο βράδυ στο κλαμπ του νησιού.

Ο τρόπος που κινούσε τους γοφούς του. Ο τρόπος που γελούσε. Ο τρόπος που κοιτούσε. «Μη μου πεις ποτέ τα λόγια που λένε οι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Πες μου μόνο όσα χρειάζεται να ξέρω για σένα» είπε η Νέλλη όταν της ζήτησε να φύγουν μαζί. Λοιπόν, ήταν μισός Ιρλανδός μισός Έλληνας. Έμενε στο Λονδίνο. Ήταν στην ηλικία της. Κι ήθελε να περάσουν τις υπόλοιπες διακοπές τους μαζί. Γιατί απλά την ήθελε καταραμένα. Αυτά.

Έμπαινε απ΄το δέρμα της. Η Νέλλη ορκίζεται ότι κάθε φορά που την άγγιζε, τον ένιωθε να διαλύεται και να δυεισδύει μέσα της απ΄τους πόρους της. Έμπαινε από τους πόρους της με όλη τη δύναμη του έρωτα στο ξεκίνημά του. Από εκείνους τους έρωτες που όχι προφυλακτικό δε μπορείς να βάλεις, αλλά τρομάζεις που θέλεις να καταπιείς κυριολεκτικά ολόκληρο τον εραστή σου. Δεν το ομολόγησαν ποτέ ο ένας στον άλλον, αλλά όλοι όσοι τους έβλεπαν ήξεραν.

«Πες μου όσα πρέπει να ξέρω για σένα» της είπε κι εκείνος. Ήθελε να του πει για τον όρκο σιωπής, αλλά δεν το έκανε. Κι εκείνος καμιά φορά πήγαινε κάτι να της πει αλλά θυμόνταν την υπόσχεση που της έδωσε το πρώτο βράδυ κι οι λέξεις έφευγαν απ΄το παράθυρο κι έπεφταν στα ασβεστωμένα πλακόστρωτα, σέρνονταν στα βράχια κι από εκεί ξάπλωναν στους σωρούς από φύκια, μέχρι που τις άρπαζαν οι γλάροι στο στόμα τους και τις έπαιρναν ψηλά στον ουρανό σαν λάφυρα. Αν μείνεις κι ακούσεις προσεκτικά τους γλάρους καλοκαίρι, θα καταλάβεις ότι κροάζουν λόγια ανθρώπων που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Ναι, δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να πουν μεταξύ τους τα λόγια που λένε οι ερωτευμένοι- θα σε θέλω για πάντα, σε σκέφτομαι διαρκώς, πες μου γιατί σε χρειάζομαι τόσο, δεν ξέρω τί θα κάνω αν σε χάσω, μείνε μαζί μου. Μείνε μαζί μου; Για πόσο; Οπότε χάθηκαν. Έτσι απλά. Εκείνος πήρε το καράβι όταν τελείωσαν οι διακοπές του και αποχαιρετίστηκαν στην προβλήτα. Χωρίς ούτε ένα δάκρυ. Μόνο όταν χάθηκε το καράβι στον ορίζοντα, της φάνηκε πως άκουσε την καρδιά της να σπάει. Κρακ. Και κάθε φορά από τότε που άκουγε γλάρους, ακολουθούσε η καρδιά της, κρακ κρακ κρακ κρακ…

Αρχές Οκτώβρη, η Νέλλη έτρεξε στην γυναικολόγο της. «Αχ, τα νέα παιδιά», της είπε η γιατρός, «θα έπρεπε να παίρνετε το χάπι από Μάιο μέχρι Σεπτέβριο». Οι διαθέσεις της για αυτό το παιδί άλλαζαν όπως ο καιρός το φθινόπωρο. Μια έλεγε να το κρατήσει, μια να μην το κρατήσει. Κι από εκείνον ούτε ένα «γεια». Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο. Το mail. Να στείλει ένα γράμμα. Είχε αποφασίσει την κόρη της να την ονομάσει Silence- Σιωπή. Την μέρα που γεννήθηκε το μωρό, έφτασε σπίτι της και το μοναδικό γράμμα από εκείνον, όπως ανακάλυψε όταν γύρισε απ΄την κλινική. Κι εκεί της έλεγε όλα τα λόγια που δεν της είχε πει και άλλα τόσα, της έλεγε ποιος είναι και τί νιώθει για εκείνη.

O James Mc Sweeney ήταν εγγονός του Luke Mc Sweeney. «Mc Sweeney» στην κέλτικη διάλεκτο σημαίνει «son of pleasure» . Ήταν όντως πολύ παράξενο επίθετο. Στην μικρή ιρλανδική πόλη έλεγαν πάντα ότι οι Mc Sweeney ήταν ξωτικά. Μετά έλεγαν ότι ήταν καταραμένοι. Την δεκαετία του ’60, ο παππούς του ερωτεύτηκε με πάθος μια Ιρλανδή. Και την άφησε έγκυο. Το να αφήσεις τότε έγκυο κάποια εκτός γάμου, για την προτεσταντική εκκλησία θεωρούνταν έγκλημα και μέχρι το ’78 τιμωρούνταν με φυλακή. Οι συγγενείς του τον έχωσαν σε ένα καράβι με τη βία και τον φυγάδευσαν στην Αγγλία. Η μικρή αγαπημένη του τον έβλεπε απ΄την προβλήτα να φεύγει για πάντα κι απ΄την θλίψη της δεν ξαναμίλησε ποτέ. Έτσι δε μπόρεσε καν να του φωνάξει καν για τελευταία φορά ότι τον αγαπούσε.

Την κατηγόρησαν για μάγισσα. Η οικογένειά της, όπως και η οικογένεια Mc Sweeney αφορίστηκαν από την εκκλησία. Το παιδί θεωρήθηκε γιος του διαβόλου. Όταν ενηλικιώθηκε, φυγαδεύτηκε κι εκείνο για Λονδίνο, για να μπορέσει να έχει μια κανονική ζωή. Δεν κατάφερε όμως να βρει ποτέ τον πατέρα του. Εκεί άφησε μια Ελληνίδα έγκυο. Τότε γεννήθηκε εκείνος. Ο James Mc Sweeney. Ορκίστηκε να μην πάει ποτέ στην Ιρλανδία, στον τόπο όπου υπέφερε τόσο πολύ η οικογένειά του.

Ήταν πολύ περίεργο που ήρθε αυτό το γράμμα τη μέρα που γεννήθηκε η κόρη της. Θα μπορούσε να του απαντήσει με άλλες τόσες σελίδες, «σε θέλω», «από την μέρα που σε γνώρισα δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο», «σε χρειάζομαι», «θέλω να είμαι μαζί σου», «πρώτη φορά το νιώθω αυτό τόσο έντονο». Όπως ακριβώς της έγραφε αυτός στο γράμμα του. Απλά όμως του έγραψε να έρθει αυτό το καλοκαίρι να την συναντήσει πίσω στο νησί.

Δεν τον παντρεύτηκε. Δεν του ζήτησε ποτέ να μείνει μαζί της. Του είπε μόνο ότι μπορεί όποτε θέλει να έρχεται να βλέπει εκείνη και την κόρη της. Της οποίας τελικά της έδωσαν το όνομα Σίρσα.«Sheersa» στα κέλτικα θα πει «ελευθερία».

Ναι, πίστευε ακόμη στη δύναμη των λέξεων. Παρότι η ιστορία τους είχε αποδείξει ότι δεν είναι αυτή που ενεργοποιεί το κέντρο της αγάπης-αν είναι να ερωτευτούν ένα ξωτικό κι ένας άνθρωπος, θα ερωτευτούν και μουγκοί και τυφλοί. Αλλά εκείνη δεν έσπασε ποτέ τον όρκο σιωπής της. Μόνο κάθε τέλος καλοκαιριού, όταν εκείνος έφευγε για Αγγλία, έτρεχε στην παραλία κλαίγοντας κι έγραφε πάνω στην άμμο ένα τεράστιο «σ΄αγαπώ». Κι εύχονταν μέσα της αυτή την φορά εκείνος να το δει από το αεροπλάνο και να κατέβει…

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Lifo»)