Όταν αγαπάμε το οικείο κι ας μην είναι απαραίτητα υγιές

Οι περισσότεροι από εμάς γεννιόμαστε σε μια οικογένεια με δυο γονείς που κουβαλάνε τη δική τους ιστορία, τα δικά τους τραύματα, τις δικές τους αντιλήψεις και συμπεριφορές. Τι γίνεται λοιπόν όταν αρκετοί γονείς δεν ξέρουν σωστούς κι αποτελεσματικούς τρόπους να εκφράσουν την αγάπη τους στα παιδιά τους;

 

Μα πώς είναι δυνατόν να τον αγαπώ ακόμα; Γιατί να διαλέξω αυτόν εξ αρχής κι όχι κάποιον άλλον πιο κατάλληλο για ‘μένα; με ρώτησε κάποτε μια θεραπευόμενη μου.

Νιώθω πως δεν μπορώ να είμαι πλήρως αφοσιωμένος σε μία σχέση. Δεν το μπόρεσα ποτέ γιατί ίσως δεν ξέρω και πώς είναι. Οι γονείς μου παρέμειναν παντρεμένοι για τα παιδιά τους, αλλά δεν νομίζω ότι ήταν ποτέ πραγματικά μαζί. Ο καθένας ζούσε τη ζωή του κι ας έμεναν στο ίδιο σπίτι, μου διηγήθηκε κάποτε ένας θεραπευόμενος μου.

Δεν το είχα συνειδητοποιήσει μέχρι τη στιγμή που ο κολλητός μου μού είπε πως η κοπέλα μου μοιάζει εμφανισιακά με τη μητέρα μου. Το σκέφτηκα κι όταν την παρατήρησα καλύτερα, είδα πως είχε δίκιο, μου είπε σχετικά πρόσφατα ένας φίλος.

Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά κι ο τωρινός σύντροφος μου του μοιάζει. Νιώθω πως όσο κι αν προσπαθώ να το αποφύγω δεν ωφελεί. Όλοι οι άντρες που ερωτεύτηκα τα τελευταία χρόνια, είχαν κοινά χαρακτηριστικά μ’ εκείνον, μου είπε μια άλλη φίλη πριν λίγο καιρό.

 

Τι κοινό έχουν όλες οι παραπάνω ομολογίες; Μπορεί για κάποιον που δύσκολα συνδέει δεδομένα και καταστάσεις, όλα τα παραπάνω να μοιάζουν κάπως ασύνδετα. Όμως, για ένα έμπειρο μάτι όλα αυτά συνδέονται κάτω από ένα γενικό συμπέρασμα: Οι άνθρωποι συχνά αγαπάμε όχι αυτούς που θα ‘πρεπε “για το καλό μας”, αλλά συχνά αυτούς που μας φαίνονται κάπως “γνώριμοι”. Ίσως δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί μας ελκύουν, γιατί μας μαγνητίζουν περισσότερο από πολλούς άλλους, ενώ κάπου μέσα μας ίσως ξέρουμε ότι “δε θα ‘πρεπε” να τους επιλέξουμε.

Οι περισσότεροι από εμάς γεννιόμαστε σε μια οικογένεια με δυο γονείς που κουβαλάνε τη δική τους ιστορία, τα δικά τους τραύματα, τις δικές τους αντιλήψεις και συμπεριφορές. Οι γονείς μας μεταξύ άλλων διδάχτηκαν από τις δικές τους οικογένειες πώς να αγαπάνε και πώς να δείχνουν και να εκφράζουν την αγάπη τους. Τι γίνεται λοιπόν όταν αρκετοί γονείς δεν ξέρουν σωστούς κι αποτελεσματικούς τρόπους να εκφράσουν την αγάπη τους στα παιδιά τους; Τα παιδιά τι μηνύματα λαμβάνουν και τι θα σημαίνουν αυτά τα μηνύματα για την ενήλικη ζωή τους;

Είναι αλήθεια πώς οι γονείς όντας μη τέλειοι – όπως όλοι οι άνθρωποι σε κάθε τους ρόλο – δεν έχουν ένα τέλειο τρόπο ν’ αγαπάνε και να δείχνουν την αγάπη τους. Πιθανότατα και οι δικοί τους γονείς καθώς και οι γονείς των γονέων τους δεν ήξεραν ακριβώς πώς ν’ αγαπάνε και πώς να το δείχνουν κι έτσι σιγά-σιγά φτιάχνεται για τον καθένα από εμάς ένα γενεαλογικό δέντρο οικογενειακής αγάπης που συχνά χρειάζεται πολλές βελτιώσεις.

Έτσι κι ένα παιδί που γεννιέται σήμερα μαθαίνει την αγάπη από τους πρώτους ανθρώπους που καλούνται να του τη διδάξουν κι αυτοί συνήθως είναι οι γονείς αλλά και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον. Το πώς θα διδαχθεί αυτό το παιδί ν’ αγαπάει και να το δείχνει, θ’ αποκαλυφθεί όσο μεγαλώνει και συναναστρέφεται – πέρα από την οικογένεια του – φίλους και ερωτικούς/ες συντρόφους.

Βέβαια, για να είμαστε απολύτως αντικειμενικοί, δεν μαθαίνουμε μόνο από τον οικογενειακό μας περίγυρο πώς να αγαπάμε. Ένας δάσκαλος ή ένας προπονητής μπορεί να μας μάθει πώς να αγαπάμε. Μετέπειτα οι φίλοι μας και οι ερωτικοί μας σύντροφοι μπορούν να μας δείξουν αποτελεσματικούς ή αδιέξοδους τρόπους ν’ αγαπάμε. Το θέμα είναι ποια απ’ όλες αυτές τις συναναστροφές θα μας επηρεάσει υποσυνείδητα αλλά και ποια θα επιλέξουμε να κρατήσουμε μέσα μας σαν πυξίδα.

Έτσι όταν η φίλη μου παραπάνω μου ομολογούσε τη διαπίστωση της – πως όλοι οι άντρες που ερωτευόταν έμοιαζαν σ’ ένα συγκεκριμένο σύντροφο, τον πρώτο μεγάλο έρωτα της – τι ακριβώς μου ομολογούσε; Πώς σε όλους τους ερωτικούς συντρόφους της αναζητά παρόμοια χαρακτηριστικά, καθώς  αυτός είναι πιθανά ένας τρόπος να αναγνωρίζει κομμάτια του εαυτού της και των αναγκών της, μέσω των άλλων. Φαίνεται να επιλέγει ξανά και ξανά τον ίδιο άντρα και δεν μπορεί να νιώσει έλξη για κάποιον που δεν της φαίνεται με κάποιο τρόπο οικείος. Αυτή λοιπόν η γυναίκα φαίνεται να έχει βρει ένα είδος “ερωτικού προτύπου” το οποίο επιλέγει ξανά και ξανά, ακόμη κι αν βλέπει ότι ξανά και ξανά δεν είναι αυτό που θα την καλύψει επαρκώς.

Κι όταν ο άλλος φίλος μου συνειδητοποίησε έστω κι ετεροχρονισμένα πως η κοπέλα του έμοιαζε στη μητέρα του, άραγε τι συμπέρανε; Πώς ίσως υποσυνείδητα επέλεξε την κοπέλα αυτή γιατί του θύμιζε ένα υπερβολικά οικείο πρόσωπο, τη γυναίκα που τον μεγάλωσε. Χωρίς να το κάνει επίτηδες, χωρίς να το έχει στόχο, επέλεξε αυτό που γνώριζε κι όχι κάτι τελείως άγνωστο σ’ αυτόν. Το εάν αυτή η κοπέλα είναι “κατάλληλη” για ‘κείνον εξαρτάται μοιραία και από το εάν είχε υγιή σχέση με τη μητέρα του.

Κι όταν ο θεραπευόμενος μου αποφάνθηκε πως δεν μπορεί να αφοσιωθεί εντελώς σε μία σχέση γιατί κάτι τέτοιο δεν το είδε, δεν το “διδάχθηκε” από τους γονείς του, τι ήθελε άραγε να μου πει; Μήπως πως εφόσον δεν είχε την αναπαράσταση μίας στενής, τρυφερής, ερωτικής σχέσης, δεν μπορούσε μοιραία κι ο ίδιος να την αναπαράγει; Μήπως επέλεγε ξανά και ξανά ν’ αναπαραστήσει την γνώριμη για ‘κείνον σχέση των γονιών του με τις ερωτικές του συντρόφους; Ίσως να ήταν πολύ δύσκολο για ‘κείνον να έρθει πραγματικά κοντά με μια κοπέλα, όταν μια ζωή έβλεπε τους γονείς του να ζουν μαζί αλλά ουσιαστικά να είναι χώρια.

Και τι άραγε έπρεπε ν’ απαντήσω στη θεραπευόμενη μου η οποία αναρωτιόταν γιατί επέλεξε τον “λάθος άνθρωπο” και όχι οποιονδήποτε άλλον πιο σωστό για ‘κείνη; Μήπως θα ‘πρεπε ν’ αναρωτηθεί τι ακριβώς την οδήγησε σ’ αυτόν και όχι σε κάποιον άλλον; Τι γνώριμο έφερε αυτός ο άνθρωπος ώστε να θεωρηθεί προτιμότερος σε σχέση με άλλους; Μήπως της θύμιζε κάποιο πρόσωπο ή μία κατάσταση την οποία ήξερε καλά και – είτε της άρεσε είτε όχι – την κουβαλούσε μέσα της;

Ο Λεό Μπουσκάλια λέει στο βιβλίο του “Αγάπη” πως οι άνθρωποι διδασκόμαστε πώς να αγαπάμε και όπως λειτουργούμε μιμητικά από τη στιγμή της γέννησης μας σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωής μας, έτσι λειτουργούμε και μιμητικά αναφορικά με την αγάπη. Με άλλα λόγια συχνά αναπαριστούμε όσα έχουμε βιώσει ως “αγάπη” παλιότερα.

Έτσι είμαστε. Φτιάχνουμε στους εγκεφάλους μας χάρτες εμπειριών κι επομένως χάρτες αγάπης ώστε να νιώθουμε πώς ξέρουμε από πού ερχόμαστε και προς τα πού πάμε. Μαθαίνουμε κουτσά-στραβά την αγάπη και τρόπους εκδήλωσης της κι απλά κάποιοι είναι λίγο πιο τυχεροί κι έχουν καλύτερους δασκάλους σε σχέση με κάποιους άλλους που δεν συνάντησαν τα καλύτερα πρότυπα ή τις καλύτερες σχέσεις αγάπης.

Κάποιες σχέσεις αγάπης είναι άξιες μίμησης κι αναπαραγωγής. Κάποιες άλλες δυστυχώς είναι προβληματικές και περισσότερο μας ταλαιπωρούν σε κάθε αναπαραγωγή τους. Αυτό που καλούμαστε να κάνουμε – και μέσω της ψυχοθεραπείας – είναι να αντιληφθούμε ποια είναι εκείνα τα οικεία πρόσωπα που επιλέγουμε να αγαπήσουμε ξανά και ξανά και ποιες είναι εκείνες οι γνώριμες καταστάσεις που επιλέγουμε να ζήσουμε ξανά και ξανά, κι ας μη μας βγαίνουν εντέλει και τόσο σε καλό. Αφού συνειδητοποιήσουμε κι επεξεργαστούμε τις μη ωφέλιμες σχέσεις που αναπαράγουμε, είναι ώρα να δράσουμε ώστε να μην επαναλάβουμε άλλη μία μελλοντική αναπαραγωγή τους.

Υπάρχει τρόπος να μάθουμε από τα λάθη μας; Υπάρχει τρόπος να μάθουμε να αγαπάμε το ωφέλιμο για εμάς και όχι αυτό που πάντα οδηγεί σε πόνο και αδιέξοδο; Η γρήγορη απάντηση είναι “Ναι”, αλλά η λίγο πιο εκτενής είναι “Γίνεται αλλά θέλει χρόνο και δουλειά”. Νομίζω πως αυτή η απάντηση αξίζει να συζητηθεί αναλυτικά σε επόμενο άρθρο.

 

Πηγή psychologynow.gr