Όλες έχουμε μείνει για λίγο σε αυτό. Εκεί περάσαμε τις πιο απίστευτες στιγμές της ζωής μας, με έναν άντρα που ελάχιστα γνωρίζουμε στην πραγματικότητα. Γιατί όλες έχουμε έναν, τουλάχιστον, ανεκπλήρωτο έρωτα.

Ο πιο παράξενος χωρισμός μου, συνέβη όταν ήμουν 23. Ήταν μια σχέση χωρίς ζήλειες, χωρίς απιστίες, χωρίς ανταγωνισμούς. Για την ακρίβεια, ήταν η πρώτη φορά που είχα μια ολοκληρωμένη, ήρεμη, συντροφική κι αγαπησιάρικη σχέση. Oπότε κανείς δεν περίμενε αυτό το τέλος. Εμένα, με τα σάκβουαγιάζ στα χέρια, στα καλά καθούμενα, να τον περιμένω να γυρίσει στο σπίτι για να τον αποχαιρετήσω. Άνοιξε την πόρτα, κοίταξε μια εμένα, μια τα σάκβουαγιάζ κι έμεινε έτσι, παγωμένος, στο κεφαλόσκαλο. «Φεύγω» του είπα ήρεμα. «Δε μπορώ να συνεχίσω. Νιώθω ότι σε κοροϊδεύω, νιώθω ότι κοροϊδεύω κυρίως τον εαυτό μου». Δεν έλεγε τίποτα απολύτως, μόνο κοίταζε εξεταστικά το πρόσωπό μου, να πιάσει μια γκριμάτσα, ένα σπάσιμο γύρω απ΄το στόμα, ένα τρεμούλιασμα στα χείλη που θα έδειχνε ότι γελούσα από μέσα μου, που θα πρόδιδε ότι έκανα πλάκα, ναι, δε μπορεί, σίγουρα έκανα πλάκα και σε λίγο θα κυνηγιόμασταν στο σαλόνι, όπως συνήθως. «Είμαι ερωτευμένη με άλλον» του είπα κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια. Τότε είπε κάτι, «πώς μπόρεσες και με απάτησες» νομίζω είπε. Αλλά δεν τον απάτησα ποτέ.

Άραγε ο άλλος ήξερε, το ένιωσε; Ήξερε εκείνο το βράδυ είχα χωρίσει από τη μακροχρόνια σχέση μου γιατί δε μπορούσα να τον βγάλω απ΄το μυαλό μου; Ήξερε ότι ήμουν βαθιά ερωτευμένη μαζί του; Κυρίως, ήξερε σίγουρα ότι υπάρχω;

IT’S JUST AN ILLUSION

Η ιστορία μου με το Ν. ξεκινά από πολύ παλιά. Από τα 21 μου. Τότε είχα προσληφθεί από ένα περιοδικό μόδας. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο μασώντας τσίχλα και ξεφυλίζοντας τις Voque του κόσμου. «Ήρθαν τα αγόρια για τη φωτογράφηση» άκουσα μια φωνή και πετάχτηκα. «Να σου συστήσω τον …» Διάολε, γιατί δεν καθόμουν λίγο πιο θηλυκά; Προσπάθησα να σηκωθώ κι άπλωσα το χέρι. Και το άπλωνα, και το άπλωνα, και το άπλωνα…Πρέπει να χρειάστηκε μιάμιση ώρα για να αγγίξει το χέρι μου το δικό του, όσο κρατούν και οι ταινίες. Σε όλο αυτό το διάστημα, παίζονταν ένα 70ς soundtrack και οι σκηνές πήγαιναν μια μπρος μια πίσω στο μυαλό μου, μια το αγόρι και το κορίτσι να τρέχουν στην παραλία αγκαλιασμένοι, μια να παντρεύονται σε ένα ξωκλήσι και μια πίσω στην αρχή της γνωριμίας τους, όταν κοιτάχτηκαν κι οι δυο αμήχανοι κι άπλωσαν τα χέρια. Τι  μου συνέβαινε; Τον ήξερα από άλλη ζωή; Ή απλά τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα;

Η φωτογράφηση έγινε κανονικά. Δεν τρέξαμε σε παραλία και δεν παντρευτήκαμε στο τέλος. Για την ακρίβεια, δε ζήτησε το τηλέφωνό μου ούτε εγώ το δικό του. Κολήσαμε κι οι δυο το βλέμμα μας στα παπούτσια μας κι είπαμε ένα ξεψυχισμένο «γεια, χάρηκα».

Τον συνάντησα ξανά ένα χρόνο μετά. Τυχαία, στον δρόμο. Κατέβαινε την Αλεξάνδρας με ένα σέξι κορίτσι δίπλα του. Μόλις με είδε, έκανε κάτι παλαβά. Σταμάτησε απότομα μπροστά μου, ύστερα είπε «συγνώμη», πήγε να μου πιάσει το χέρι, έκανε να γελάσει, γύρισε απότομα το κεφάλι από την άλλη πλευρά κι άρχισε να τρέχει σχεδόν. Το κορίτσι του φώναζε «τι έπαθες; Περίμενε» κι εγώ μόλις τότε συνειδητοποίησα ποιος είναι.

Πρίν λίγους μήνες έπεσα πάλι τυχαία πάνω του, σε ένα κλαμπ. Με είχε πάει εκεί ένας γνωστός μου. «Να σου γνωρίσω τον φίλο μου τον…»μου είπε και όταν γύρισα το κεφάλι, έμεινα πάλι παγωτό. Ούτε κι εκείνος κατάφερε να μου πει τίποτα. Ούτε καν «χαίρω πολύ», ούτε «μα γνωριζόμαστε». Έκανε όλο ότι πήγαινε μέχρι το μπαρ να πιει κάτι, και πάλι στριφογύριζε γύρω μου χωρίς να μου μιλάει. Δε με πείραζε πια. Είχα βρει τον σύνδεσμο για να έρθω κοντά του.

ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ ΑΡΧΙΖΕΙ;

Ο κοινός μας γνωστός με συμβούλευσε απ΄την αρχή να μην κάνω τίποτα μαζί του. Μου έλεγε ότι ο Ν ήταν “heartbreaker”. Ξέρει πολύ καλά την γοητεία που ασκεί σε ολόκληρο το γυναικείο φύλο και δεν χαρίζεται σε καμία. Μου έλεγε όμως ότι ήταν πολύ ταλαντούχος-εκτός από το μόντελινγκ ήταν και τραγουδιστής- ότι είχε πάθος για την ζωή, ότι ήταν άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα και καλό γούστο. Τότε νομίζω έφτιαξα τον μύθο του.Τον έπλασα στην φαντασία μου σαν τον πιο ποθητό άντρα του κόσμου. Εκείνον που όλες θέλουν, αλλά τελικά καμιά δε μπορεί να τον έχει. Τον μίσησα γι΄αυτό. Κι αποφάσισα να τον τιμωρήσω.

Αν δεν είχα πάρει εκείνο το σνομπ ύφος μου, ίσως τα πράγματα να είχαν πάρει άλλη τροπή. Ίσως να μην τον είχα κάνει να με ντρέπεται. Γιατί την επόμενη φορά που συναντήθηκα με τον Ν., πάλι μέσω του κοινού γνωστού μας, εκείνος μου έδειξε ολοκάθαρα ότι του άρεσα. «Μήπως είσαι τύπος Όπου Κάτσει;» τον ρώτησα επιθετικά. Κοκκίνησε και δε μου ξαναμίλησε.

Ατελείωτα βράδια ανέλυα την περίπτωσή του. Μήπως ο Ν, δεν ήταν καθόλου έτσι τελικά; Μήπως του προκαλούσα κι εγώ το ίδιο ακριβώς τρακ που μου  προκαλούσε κι εκείνος; Αν ναι, είχα κάνει την κατάσταση μη αναστρέψιμη.

Οι επόμενες συναντήσεις μου με το Ν έμοιαζαν με ταινία του Πίτερ Σέλερς. Έρχονταν εκείνος να μιλήσει στην παρέα μου, έφευγα εγώ. Πήγαινα εγώ να μιλήσω στην παρέα του, έφευγε εκείνος. Δεν αντέχαμε ο ένας την παρουσία του άλλου. Άλλα  βράδια, τον έβλεπα να έχει άλλο ύφος, να μου έχει συγχωρήσει την απόρρηψη. Αλλά ενώ έρχονταν απέναντί μου κι εγώ άφηνα ένα ξέπνοο «ναι;» δε μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Τον έβλεπα που όλο διόρθωνε τα μαλλιά του όταν με έβλεπε. Άλλες φορές, που δεν περίμενα εγώ να τον συναντήσω, έτρεχα ξαφνικά στην τουαλέτα να φτιάξω τα δικά μου τα μαλλιά. Αλλά ήταν την ώρα που εκείνος είχε αποφασίσει να μου μιλήσει επιτέλους, οπότε έτρεχε πίσω μου, κι όταν έβλεπε ότι έμπαινα στις τουαλέτες, έκανε δήθεν ότι κάτι άλλο ήθελε εκεί γύρω –«ξέχασα να σας αφήσω τιπ» είπε κάποτε στην κυρία που καθάριζε. Κάποτε σταμάτησαν αυτά τα παιχνίδια και οι προσπάθειες προσέγγησης. Αν τύχαινε να συναντηθούμε, καθόμασταν και κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον από απόσταση μέσα στα μάτια. Για επτά χρόνια συνολικά.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια, έκανα φυσικά σχέσεις. Την μία μόνο διάλυσα για εκείνον. Στα επόμενα αγόρια, έλεγα απλά την ιστορία, μήπως μπορέσουν και με συνεφέρουν.  Είχα πια πειστεί, ότι θα κουβαλούσα εφόρου ζωής στην ψυχή μου έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Κι αυτό με στοίχειωνε.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΥΤΗ

Ο παιδικός μoυ φίλος, που είναι μεγαλύτερος από μένα, μου είχε πει κάτι σοφό. Ήταν ένα απόγευμα που αναπολούσε τα κορίτσια της ζωής του  και σκεφτόνταν  πόσο ερωτευμένος ήταν όταν τις γνώρισε και πώς ένιωθε για εκείνες λίγο πριν τις αφήσει. «Μην κοιμηθείς με όλους τους άντρες που σου αρέσουν. Άσε έναν» μου είπε. «Αυτός θα είναι ο πρίγκιπας, ο ιδανικός, ο άντρας που είναι πλασμένος για σένα και θα τον θέλεις εφ΄όρου ζωής χωρίς ποτέ να τον απομυθοποιήσεις, να τον βαρεθείς ή να τον ξεχάσεις. Αυτός θα είναι το όνειρο, το άπιαστο, ο αιώνιος, απόλυτος  έρωτάς σου».

Αλλά τον καιρό που ο παιδικός μου φίλος με συμβούλευε για αιώνιους έρωτες, εγώ υπέφερα από ερωτική εμμονή και δεν κατάλαβα τί ήθελε να πει. Περπατούσα στο δρόμο και ένιωθα ότι εκεί κοντά ήταν ο Ν. και με παρακολουθούσε.  Έβγαινα το πρωί στο μπαλκόνι μου να πιω καφέ κι έβλεπα ένα αμάξι παρκαρισμένο και το Ν θέση του οδηγού να με κοιτάζει. Σάστιζα, εκείνος κατάλαβαινε ότι τον είχα δει κι έβαζε μπροστά, και μέχρι να κατέβω τα σκαλιά με τις πιτζάμες, είχε φύγει. Τον έβλεπα ξαφνικά σε εστιατόρια όπου πήγαινα να φάω με τις φίλες μου, να με κοιτάζει αμίλητος. «Τον βλέπεις?» έλεγα στην κολλητή μου και της έπιανα το χέρι «εκεί είναι». «Το τραπέζι αυτό είναι άδειο, ηρέμησε» μου έλεγε εκείνοι.

Οι φίλοι μου πολλές φορές προσπάθησαν να με συνεφέρουν. Μου είπαν να ξεκολήσσω, μου είπαν να δω έναν ειδικό, μου είπαν να πάω ένα ταξίδι να συνέλθω. Τα έκανα όλα. Αλλά το πρόσωπό του ήταν πάλι σε όλες τις ερωτικές ταινίες, σε όλα τα όνειρά μου και σε όλα τα αγόρια που γνώριζα. «Μου θυμίζεις κάποιον» ξεκινούσα να λέω, αλλά μόλις εκείνοι γύριζαν ανφάς είχα αλλάξει γνώμη απογοητευμένη. Πολλές φορές, στις σχέσεις μου, έπιανα τον εαυτό μου να τον φαντασιώνεται, ή να σκέφτεται «ο Ν δεν θα μου το έκανε αυτό, ή ο Ν δεν θα μου μιλούσε έτσι, ή ο Ν, θα με αγκάλιαζε τώρα». Άλλες φορές, που σκεφτόμουν γιατί δε μπορούσα να τον έχω, γιατί με αυτόν όλα ήταν τόσο δύσκολα, έσπαζα πράγματα στους τοίχους ουρλιάζοντας.

Τα βράδια ξεχνιόμουν και του μιλούσα δυνατά. Ήταν μαζί μου σε όλες τις κρίσεις άγχους μου, σε όλες τις μοναξιές μου, σε όλους τους χωρισμούς μου, σε όλα τα πρωτοχρονιάτικα δείπνα. «Αυτόν τον χρόνο» ας είμαστε μαζί, ευχόμουν συνήθως. Άλλες φορές, έφερνα την εικόνα του στην πολυθρόνα του σαλονιού, απλά για να τον ρωτήσω τί να φορέσω απόψε ή για το τί πίστευε ότι έπρεπε να μαγειρέψω στους καλεσμένους- «μας», του έλεγα. Έτσι, ο Ν., ένας άντρας που στην πραγματικότητα δε γνώριζα καθόλου, έγινε η πιο μακρόχρονη σχέση της ζωής μου και ο πιο πιστός μου σύντροφος.

ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ  ΜΑΛΚΟΒΙΤΣ

Δε μπορούσα να ξέρω τί σκεφτόνταν για μένα εκείνος όλα αυτά τα χρόνια. Αν με έβλεπε σαν κάποια τρελή, ή σαν κάποια υπερβολικά ντροπαλή. Μια φορά μόνο θυμάμαι, αποφάσισα να δώσω ένα τέλος σε αυτήν την ιστορία. Να βγω μαζί του, να του κάνω ερωτική εξομολόγηση, να κάνω σεξ μαζί του, να μην πεθάνω με αυτό το απωθημένο. Πήρα το τηλέφωνό του από εκείνον τον κοινό γνωστό μας. Έκανα δεκάδες πρόβες πριν να σχηματίσω τον αριθμό. «Ναι; Είμαι το κορίτσι που φλερτάρουμε εδώ και χρόνια. Μήπως θα ήθελες να βγούμε;». Όταν άκουσα την φωνή του στην άλλη γραμμή, ένιωσα τα γόνατά μου να λύνονται. Κι εκείνος τα έχασε. «Ναι, να βγούμε, θα σε πάρω εγώ» απάντησε. Αλλά δεν το έκανε ποτέ. Αντί γι΄αυτό, από εκείνο το βράδυ και για τρία χρόνια, κάποιος με έπαιρνε τηλέφωνο και το έκλεινε όταν απαντούσα. Και κάθε μέρα, έβρισκα στον τηλεφωνητή, υπέροχα τραγούδια- ποτέ το ίδιο, πάντα ένα καινούριο. Δεν ήθελε πραγματικά να βγει μαζί μου γιατί του άρεσε απλά αυτό το παιχνίδι ή μήπως δε βρήκε ποτέ το κουράγιο;

Πριν έναν μήνα μας ξανασύστησαν. Θα είναι η πέμπτη φορά που μας συστήνουν. Ήταν σε ένα πάρτυ μιας φίλης μου. Άπλωσα το χέρι που έτρεμε ξανά όπως και την πρώτη φορά, άπλωσε κι εκείνος το χέρι του κι άρχισε πάλι να παίζει εκείνο το 70ς κομμάτι, όπου το αγόρι και το κορίτσι τρέχουν στην παραλία, αλλά αγκαλιάζονται κλαίγοντας τώρα. «Νομίζω ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σου» μου είπε. Κατέβασε το βλέμμα αμήχανος κι έφυγε γρήγορα για την δική του την παρέα χωρίς να προλάβω καν να αρθρώσω. Έμεινα αποσβολωμένη και τον κοίταζα. Να έτρεχα πίσω του και να του έλεγα «κι εγώ;» Να τα φτιάχναμε; Να ζούσαμε όπως όλοι οι υπόλοιποι ερωτευμένοι; Κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι όπως τον έχω φτιάξει στο μυαλό μου; Όχι, δε θα το άντεχα. Χρειάζεται να πιστεύω σε έναν άντρα. «Καλύτερα έτσι τα πράγματα, καλύτερα εκείνος να είναι μόνο το όνειρο» σκέφτηκα κι έμεινα ένα ακόμη βράδυ να τον κοιτάζω και τότε μόνο κατάλαβα γιατί δε με είχε πάρει τότε εκείνος πίσω τηλέφωνο να  βγούμε.

Στο μυαλό μου βέβαια, ζήσαμε ευτυχισμένοι μαζί, για πολλά χρόνια και για πολλές διαφορετικές ζωές. Κάναμε τρία παιδιά. Τρώγαμε φυστικοβούτυρο πάνω σε ζεστό ψωμί τα πρωινά. Ταξιδέψαμε όλο τον κόσμο. Κάναμε κι οι δυο απόπειρες αυτοκτονίας- ο ένας για τον άλλον. Τα λέω όλα αυτά στα αγόρια μου, όταν με βρίσκουν, μια μέρα, ξαφνικά, να τους περιμένω στο σπίτι, με τις βαλίτσες στο χέρι, γιατί εκείνος μου έγινε πάλι εμμονή. «Κι αυτή είναι μια ιστορία αγάπης που δεν υπήρξε ποτέ» καταλήγω και ήρεμη πια, αδειάζω ξανά τις βαλίτσες και βάζω πίσω τα πράγματά μου στη θέση τους.

( δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cosmopolitan)