Η Στρογγυλή Θεά (και ο Ποδοσφαιριστής Γκόμενος)

Το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι απείρως πιο σοβαρό. Αυτή την μεγαλοπρεπή διαπίστωση έκανε κάποτε ο Άγγλος προπονητής Bill Shankly, κάτι που προσπάθησα να διαπιστώσω και εγώ όταν αποφάσισα να μπω στα αποδυτήρια του ανδρικού ψυχισμού και στο άβατο της αρσενικής ιδιοσυγκρασίας: όταν σύναψα σχέση με έναν ποδοσφαιριστή.

Οι αθλητές είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία. Οι ποδοσφαιριστές ειδικά αποτελούν την πιο ξεχωριστή υποκατηγορία της, ιδιαίτερα οι Έλληνες. Αν τους παρατηρήσεις, έχουν οι περισσότεροι την ίδια κοψιά: μεσαίου -προς το κοντό- αναστήματος, κανονικού βάρους, μοντέρνου και ενίοτε υπερβολικού ντυσίματος (σαν να έχει ξεράσει πάνω τους ένα Mall), απόφοιτοι συνήθως λυκείου, λάτρεις της ταχύτητας και των ακριβών αυτοκινήτων -τα χρήματα του πρώτου καλού τους συμβολαίου (όσα απομένουν από την αφαίμαξη του επιτήδειου μάνατζερ που τους βοήθησε να το υπογράψουν) τα ξοδεύουν σε ένα ακριβό και μουράτο αμάξι.

Εσχάτως, είναι κάτοχοι προφίλ στο facebook, όπου αναρτούν εμπνευσμένα στάτους τύπου «βαριά η προπόνηση σήμερα αλλά ο coach μας έδειξε ένα ενδιαφέρον σύστημα», και οι πιο ψαγμένοι έχουν account στο twitter, το οποίο τιμούν με αντίστοιχη πρωτοτυπία στα tweets τους. Επίσης λάτρεις του ωραίου φύλου, με προτίμηση στις τραγουδιάρες και τις playmates, όταν τους το επιτρέπουν οι συνθήκες τριγυρνάνε με την συντροφιά καλλίπυγων νεαρών υπάρξεων ξανθιάς απόχρωσης.

Εγώ δεν εμπίπτω στην προαναφερόμενη κατηγορία, κάτι όμως πάνω μου άρεσε στον Σ. που έπαιζε σε αθηναϊκή ομάδα ποδοσφαίρου της Αʼ Εθνικής και όταν γνωριστήκαμε σε σουαρέ κοινών γνωστών έσπευσε να με πλησιάσει και να με προσεγγίσει με τον παλιό, παραδοσιακό, λαϊκό τρόπο του τίμιου παλικαριού: νέτα, σκέτα, σταράτα και χωρίς περιστροφές. Είχα βαρεθεί την κουλτούρα και την επιτήδευση του κύκλου μου, μου άρεσε και το γυμνασμένο του σώμα, είχα πιει και τα ποτάκια μου, δεν άργησε να επέλθει η πρόταση για έξοδο την επόμενη μέρα. Ανταλλάξαμε κινητά και ξεκίνησε το νταβαντούρι, με τα sms που όλα τα υπαινίσσονται.

Ήρθε να με πάρει την επόμενη μέρα με το γυαλιστερό, διθέσιο αυτοκίνητό του και ξεκινήσαμε (φυσικά) για την παραλιακή, υπό τους ήχους του Ρέμου (ο οποίος πρέπει να είναι ο αγαπημένος τραγουδιστής όλων των Ελλήνων ποδοσφαιριστών τελικά). Πήγαμε για δείπνο σε ένα από αυτά τα μοδάτα bar-restaurant με την εκκωφαντική μουσική και τα πανάκριβα πιάτα, των οποίων η τιμή είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποσότητας φαγητού που περιέχουν. Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από τον εαυτό του αρχικά, τα όνειρα που είχε για την μπάλα, τα σχέδια για μεταγραφή σε άλλη ομάδα, την εγχείριση που είχε κάνει πέρυσι στους κοιλιακούς και την αποθεραπεία του, τον καινούργιο coach που τους ξετίναζε σε διπλές προπονήσεις ακόμα και μέσα στο καλοκαίρι και άλλα τέτοια. Δεν είχα βαρεθεί, πράγμα πρωτάκουστο για μένα. Ήθελα να μάθω για την μπάλα και ήμουν διατεθειμένη ακόμα και να παρακολουθήσω μαζί του παιχνίδια, και ας συμφωνούσα παλαιότερα με την άποψη κάποιας που είχε πει πως «αν κάποιος παρακολουθήσει τρία ποδοσφαιρικά παιχνίδια στη σειρά, θα πρέπει να ανακηρυχθεί νομικά νεκρός».

Ήταν ακόμα αρχή και προσπαθούσα να ψυχολογήσω το παλικάρι που έτυχε στο διάβα μου, τόσο διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Τι και αν προτιμούσε να πάει να δει την δεύτερη ταινία των Transformers όταν του πρότεινα η επόμενη έξοδος να είναι σε κινηματογράφο; Δεν ανατρίχιασα καν με την απάντηση, απλά χαμογέλασα στωικά στην θέα του μεγάλου παιδιού με τα γυμνασμένα πόδια που καθόταν απέναντί μου. Φαντάζομαι πως με την ίδια στωικότητα αντιμετώπισε και αυτός την αντιπρότασή μου για μια ειδική προβολή στις Νύχτες Πρεμιέρας. Δεν ξέρω, ίσως νόμιζε πως ήταν πρεμιέρα στο Frangelico.

Ξεκίνησε λοιπόν ένα νταραβέρι διαφορετικό από όλα όσα είχα ξεκινήσει στο παρελθόν (για άλλη μια φορά). Ξεκινώντας και την αγωνιστική σεζόν, ο Σ. ξεκίνησε και το πρόγραμμά του. Όλη την εβδομάδα πρωινή και απογευματινή προπόνηση, ένεκα προετοιμασίας, ειδική διατροφή για να χάσει το 1,5 κιλό που πήρε στις διακοπές του (στην Μύκονο φυσικά, όπως με πληροφόρησε) και ύπνος από νωρίς. Στην αρχή, με βόλευε και μένα αυτός ο προγραμματισμός, είχα και εγώ τις δουλειές μου, οπότε δεν μου κακοφαινόταν. Είχα πάει και σε αγώνα να τον καμαρώσω, και ομολογώ πως ένιωσα υπερήφανη προς στιγμήν που το έτερο μου ήμισυ κλώτσαγε τόσο καλά την μπάλα. Οι ερωτικές συνευρέσεις αρχικά ήταν καλές, όπως κάθε τι καινούργιο και πρωτόγνωρο που το ντύνουμε με το μανδύα της ωραιότητας και της ομορφιάς. Αν και υπήρχε μια ναρκισσιστική διάθεση από πλευράς του και καμάρωνε λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε τους -ομολογουμένως- εξαιρετικούς κοιλιακούς του, αυτό αντισταθμιζόταν από την όρεξή, την φυσική αντοχή και την προσφιλή του προσφώνηση «στρογγυλή μου θεά» προς εμένα. Τότε ακόμα το έβρισκα χαριτωμένο και ουχί υπαινικτικό για τα πιασίματά μου. Ήταν ακμαίος, αθλητικός, λάγνος και απλοϊκός στην σκέψη. Ιδανικός συνδυασμός για ερωτικές συνευρέσεις χωρίς περαιτέρω προβληματισμούς και θεωρίες.

Όπως κάθε τι όμως, έτσι και αυτή η σχέση έφτασε στο σημείο εκείνο που αρχίζει η κάτω βόλτα. Τα μισά σαββατοκύριακα έλειπε με την ομάδα για τα εκτός έδρας παιχνίδια, τις ημέρες πριν τους αγώνες κοιμόταν με τις κότες γιατί απαγορευόταν το ξενύχτι ή τους μάντρωνε ο προπονητής σε ξενοδοχείο, οι περισσότερες συζητήσεις περιστρεφόταν γύρω από το τρίπτυχο μπάλα-προπονήσεις-πορεία της ομάδας, αναπόφευκτα επήλθε η απομυθοποίηση και η ανία. Ήταν ώρα να εγκαταλείψω τον αγωνιστικό χώρο αυτής της σχέσης. Ο διαιτητής είχε σφυρίξει την λήξη του αγώνα για εμάς τους δύο και δεν προβλεπόταν παράταση…

The Godmother