Επιστροφή στην παραδοσιακή γυναίκα

  • out of the book History of Men's Magazines vol 1, Taschen

Η νέα τάση θέλει τις γυναίκες να αφήσουν τα κεκτημένα τους και να επιστρέψουν στις παλιές, παραδοσιακές αξίες. Θυμάται άραγε όμως κανείς πώς πραγματικά ήταν «οι γυναίκες κάποτε;»

Η γυναίκα της Νέας Εποχής μπορεί να είναι δυναμική, ανεξάρτητη, αυτόνομη, έχει όμως αποτύχει παταγωδώς στις σχέσεις της με το άλλο φύλο, όλοι το λένε. Λένε επίσης ότι οι γυναίκες σήμερα πρέπει να αφήσουμε πίσω κάποια απ΄τα κεκτημένα μας και να ξαναγίνουμε όπως είμασταν παλιά. Εγώ παλιά δε ζούσα, το διαβεβαιώ, αυτή είναι η πρώτη μου ζωή. Κάτι είχε πάρει το αυτί μου βέβαια για το «πώς ήταν οι γυναίκες κάποτε».

Η ιδέα της επιστροφής στην προ-φεμινιστική εποχή ακούγεται παντού τελευταία («Η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου πια είναι να παντρευτώ και να κάνω παιδιά» σύνθημα της γεννιάς των μετακαριερίστριων γυναικών). Και ακούγεται πιο έντονα στους αντρικούς κύκλους («Σήμερα δεν υπάρχουν πια πραγματικές γυναίκες»-να το!). Το κακό είναι βέβαια πώς κανείς από όλους αυτούς που τα λένε αυτά, δεν έζησε «τότε». Τα γραπτά όμως μένουν κι ευτυχώς που βρήκαμε τα τεύχη των ελληνικών περιοδικών που κυκοφορούσαν στα 50ς και τα 60ς για να μελετήσουμε εξονυχιστικά πώς ήταν τέλος πάντων αυτές οι περιβόητες «πραγματικές γυναίκες». Παρακαλούμε κόψτε τις σελίδες και φυλάξτε τες σε ένα συρτάρι γιατί αποκλείεται να τα θυμηθείτε όλα- εγώ αυτό έκανα.

Το πρώτο και καλύτερο που είχα να κάνω, με πληροφορούσαν τα περιοδικά «Γυναίκα», «Θησαυρός», «Ρομάντσο» και «Βεντέτα» σε τεύχη του ’50 και του ’60,ήταν να επιστρέψω ευθύς αμέσως στο σπίτι μου και στην κουζίνα μου και να τα κάνω λαμπίκο. Γιατί κύρια υποχρέωση μιας γυναίκας τότε ήταν «να έχει το σπίτι της πάντα πεντακάθαρο και να μοσχοβολάει». Καλό μου ακούγονταν- αφορμή έψαχνα να αφήσω την καριέρα μου και να διαλογίζομαι τρίβοντας πατώματα. Με λύπη μου όμως διαπίστωσα μερικά τεύχη παρακάτω ότι δεν είχα προίκα. Και τότε έχεις τα «δράματα της προίκας» όπως αναφέραν με αυτόν τον τίτλο τα άρθρα του τότε. Στα οποία μιλούσαν απελπισμένες αναγνώστριες χωρίς προίκα και με ψευδώνυμα «Στην άκρη του Γκρεμού 1967» ή «Γυμνό Πουλάκι χωρίς μοίρα στον ήλιο». Εντελώς γυμνό πουλάκι δεν ήμουν, κάτι βρακιά και κατσαρολικά τα είχα αγοράσει- ο υπόλοιπος μισθός μου πήγαινε πάντα σε ποτά και ταξίδια.Koμμένα αυτά, θα δούλευα λίγο ακόμη για να ολοκληρώσω την προίκα μου, και μετά θα άπλωνα την αρίδα μου. Όχι και τις δύο, τη μία.

Γιατί «όταν ο άνδρας σας επιστρέφει σπίτι, πρέπει και τα παιδιά να είναι καθαρά, χτενισμένα και φρόνιμα». Εννοείται ότι με το που μπαίνει τρέχουμε «να του φέρουμε τις παντόφλες του». Είμαστε γλυκομίλητες, πειθήνιες, και περιποιητικές. Και ποτέ «δεν δίνουμε δικαιώματα στην γειτονιά». Είμαστε κομψές και χτενισμένες ακόμη κι όταν τινάζουμε τα χαλιά. Το κόλπο για να παραμείνουμε χτενισμένες ενώ τινάζουμε τα χαλιά, είναι η μιζ-αν-πλι και την έκλεψα απ΄το «Ρομάντσο»: «Φιξάρετε τα μαλλιά σας με κολώνια. Το οινόπνευμα θα εξατμισθεί, η μιζ-αν-πλι σας θα κρατήσει όλο το βράδυ και τα μαλλιά θα έχουν ένα ευχάριστο άρωμα. Συνηθίζετε να βάζετε την λακ την ώρα που έχετε κρεπαρισμένα τα μαλλιά κι ύστερα τελειώνετε το χτένισμά σας. Όταν τελειώσετε τη μιζ αν πλί σας φιξάρετε τα μαλλιά με νερό, που βοηθά να αραιώνει λίγο η λακ». Αυτή η μιζ-αν-πλί που πριν δεν ήξερα τί σήμαινε, ήταν το διαβατήριο για την προσωπική μου ευτυχία.

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ

«Όταν μια γυναίκα είναι όμορφη, τραβάει τους άντρες. Άμα τραβήξει έναν άντρα, αυτός την ερωτεύεται. Άμα την ερωτευτεί, την παντρεύεται. Άμα την παντρευτεί, θα είναι ευτυχισμένη ως το τέλος της ζωής της» αναφέρει την επικρατέστερη άποψη της εποχής το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Γυναίκα», 1950, τότε που όλα ήταν απλά. Για τις όμορφες τουλάχιστον. «Εκείνη που έχει πάντοτε επιτυχίες, είναι η όμορφη κοπέλα. Εκείνη που έχει ωραίο δέρμα, ωραία μαλλιά, ωραίο σώμα. Εκείνη που ντύνεται με γούστο. Ενώ αντίθετα εκείνη που έχει χοντρά πόδια, ή πολύ κοντά χέρια, ή τα μαλλιά της δεν έχουν καθορισμένο χρώμα, αυτή δεν έχει καμιά επιτυχία». Φυσικά τότε δεν είχε βγει το yogalates που μακραίνει τους μύες των ποδιών, οι σπιτικές βαφές μαλλιών και οι εκπομπές makeover στην τηλεόραση. (Για τις κοντοχέρες πάντως ούτε σήμερα έχει βρεθεί λύση, ανύπαντρες θα μείνουν).

Μετά τον γάμο θα έπρεπε να συνεχίσω τις μιζ-αν- πλί αλλά να κόψω το μπαλέτο. «Κάθε ώρα που ξοδεύει η γυναίκα από τον εαυτό της – για την ομορφιά της, για τις ανάγκες της, για τις επιθυμίες της- την παίρνει από τις ανάγκες και τις επιθυμίες του ανδρός της» έγραφε το πρώτο τεύχος της «Γυναίκας» το 1950. Να γιατί καμιά δεν έκανε καριέρα τότε: ο άντρας ήταν πλήρης απασχόληση.
Το άρθρο είχε τίτλο «Τί θέλουν οι άνδρες». Έγραφε ότι έχουν ανάγκη από αυταπάτες. Η πρώτη είναι ότι τους έχουμε ανάγκη. «Αν μια γυναίκα ικανοποιείται μόνο με τον εαυτό της, με την ομορφιά της ή με την εξυπνάδα της, διαλύεται η αυταπάτη και ο άντρας νιώθει τον εαυτό του ανίσχυρο. Πρέπει να τον αφήσουμε να πιστεύει ότι είναι ο πιο δυνατός!» ξόρκιζε το άρθρο. Άρα να το παίζουμε χαζές κι αδύναμες. Η άλλη αυταπάτη που έχουν ανάγκη οι άντρες είναι της ελευθερίας. «Πρέπει ν΄αφήσουμε πάντα στον άντρα να πιστεύει πώς τα δεσμά του είναι δεσμά ερωτικά, που μόνος του πέρασε στον εαυτό του και δεν του τα επιβάλλαμε εμείς. Όλη η δεξιοτεχνία της γυναίκας έγκειται σ΄αυτό: να είναι κυρίαρχη χωρίς να το δείχνει». (Την ήξερα αυτήν την συνταγή από παλιές ελληνικές ταινίες, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα πώς γίνεται). Επιπλέον, οι άντρες έχουν την αυταπάτη ότι οι γυναίκες είναι ολίγον ονειροπαρμένες, άρα κομμένος ο κυνισμός μου και τα αστειάκια «πάνω στην ζωή και στον έρωτα». «Στους άνδρες δεν αρέσουν οι ρεαλίστριες». Από εδώ και πέρα θα τους τάραζα όλου στο romance και στα «ω, γοητευτικέ άγνωστε».

ΕΙΣΘΕ ΚΑΛΗ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ;

Προσωπικά ανακάλυψα πως δε διέθετα αυτό το προσόν. Για να δείτε αν εσείς το έχετε, απαντήστε στο τεστ της «Γυναίκας» του ΄50.

-Αν ο άντρας σας, χωρίς να σας ειδοποιήσει, φέρει το μεσημέρι έναν φίλο του για φαί, είσθε σε θέση να ετοιμάσετε αμέσως ένα καλό γεύμα; (Προσοχή,μην απαντήσετε οτιδήποτε για « ντελίβερι» δεν προβλέπονταν τότε, «ναι» ή «όχι» θα απαντάτε).
-Τελειώνετε τις δουλειές σας μέσα στο αναγκαίο χρονικό διάστημα; (Δεν προσδιορίζεται, άρα ok)
-Οι φίλες σας σας συμβουλεύονται συχνά για ένα φαί ή για ένα γλυκό; (Όχι για to πόσες θερμίδες έχει).
-Μπορείτε να βγείτε δυο συνεχή βράδια χωρίς αυτό να έχει συνέπειες στο νοικοκυριό σας;
-Αν σας λείπει ένα χιλιάρικο απ΄την τσάντα σας, μπορείτε να βρείτε αμέσως αν κάνατε λάθος στο λογαριασμό ή αν το χάσατε; (Αν σας λείπουν τρία ευρώ δηλαδή. Oυαί κι αλίμονο… )
-Έχετε πάντοτε στο ντουλάπι σας ένα θερμόμετρο,οινόπνευμα, ασπιρίνη, ιώδιο και βαμβάκι; (Εδώ σας θέλω).
-Υπάρχει στο δωμάτιο όπου συνήθως κάθεστε πια τουλάχιστο καλή πολυθρόνα; (όχι απ΄το ΙΚΕΑ, φλοράλ με μπράτσα εννοούμαι).
-Διατηρείτε την κοκεταρία σας ακόμη κι όταν κάνετε τις βαρειές δουλειές του σπιτιού; (Μπορείτε να σηκώσετε καναπέδες φορώντας ψηλοτάκουνα και κορσέ και χωρίς να σπάσει νύχι; Αν δεν παντρευτείτε ξεκινείστε καριέρα σε τσίρκο).
-Ετοιμάζετε πρώτα τα ρούχα πριν τα δώσετε στην παραδουλεύτρα για πλύσιμο; (Όπου παραδουλεύτρα σήμερα, το πλυντήριο. Και ευτυχώς που στόμα δεν έχει να μιλήσει και να σας κάνει βούκινο στη γειτονιά).

Αν απαντήσατε σε όλα «ναι», συγχαρητήρια, νομίζω ότι δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσετε να διαβάζετε, έχετε κατανοήσει τη νέα τάση. Αν απαντήσατε σε όλα «όχι» όπως κι εγώ, «φροντίστε το γρηγορότερο να διορθωθείτε γιατί ο άντρας σας δε θα σας το συγχωρήσει». Ουστ, ανεπρόκοπες!

ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Το περιοδικό «Γυναίκα» πρότεινε τότε να μπει στα σχολεία και μάθημα «συζυγικών σκηνών», εκτός από το μάθημα της μαγειρικής. Για παράδειγμα, λέει το άρθρο, θέλετε να του πείτε ότι κοιτάζει πολύ την φίλη σας τη Μαρία. Πέστε το, αλλά μην προσθέσετε «το παρατήρησε κι η μαμά μου» (ή «η αδελφή μου» ή «η εξαδέλφη μου»). Γιατί εκείνος τότε θα πει «η μητέρα σου είναι τρελή» (ή η αδελφή ή η εξαδέλφη) και τότε εσείς «οφείλετε να υπερασπιστείτε τη θέση της οικογένειάς σας και η σκηνή θα μεγαλώσει». Αντίθετα, «οι άντρες επικαλούνται την δική τους μητέρα τους μόνο όταν η γυναίκα τους δεν έχει φτιάξει καλά ένα φαγητό». Και μας δίνει την λύση και σε αυτό με το παράδειγμα μιας αναγνώστριας που απάντησε «αν ξαναμιλήσεις άλλη φορά για τις συνταγές και τις οδηγίες της μαμάς σου, θ΄αρχίσω να σου αραδιάζω τα δώρα που μου έκανε ο πρώην μου άντρας». (Ζωντοχήρα. Τα σέβη μας).

Κάτι όμως βαραίνει την καρδιά σας αλλά δεν το λέτε. Για την ακρίβεια, δεν μιλάτε καθόλου. Λέξη. «Νομίζετε πως δεν κάνετε σκηνή τηρώντας σιωπή. Οι βουβές σκηνές είναι ανώφελες, γιατί στο τέλος θα ξεσπάσουν όπωσδήποτε». Για πες, για πες… «Η επιθετική σιωπή είναι μια χαμένη σφαίρα. Κάντε προσεχτικό τον αντίπαλό σας πριν επιτεθείτε. «Αν λοιπόν έπειτα από μισή ώρα σιωπή πείτε στον άντρα σας που εφλερτάριζε με τη φίλη σας Μαρία: «Θα΄πρεπε να μου πεις ότι δε μ΄αγαπάς πια κι όχι να με γελοιοποιείς», εκείνος θα σκεφτεί: «Είναι τρελή…Τώρα θα βάλει και τα κλάμματα»». «Και να΄στε βέβαιη» γράφει το άρθρο, «φέρνει μπροστά του το γελαστό πρόσωπο της Μαρίας που δεν το είδε ποτέ κλαμμένο». Άρα να του φέρουμε κατευθείαν το labtop στο κεφάλι; Όχι. Πρέπει να πούμε «ξέρεις, η Μαρία φαντάζεται ότι είσαι ερωτευμένος μαζί της. Το λέει σε όλο τον κόσμο.» Ορίστε, αυτήν την γυναικεία πονηριά είχαμε κάποτε αλλά την χάσαμε.

Υπάρχει και η σκηνή –πρόφαση, που ξεσπά χωρίς κανένα σοβαρό λόγο. «Γιατί η γυναίκα ειναι κουρασμένη και νευριασμένη ή γιατί ο άνδρας έχει σκοτούρες στο κεφάλι του. Είναι η εξαγνηστική σκηνή. Σ΄αυτήν όλες οι ξεχασμένες αντιθέσεις έρχονται στην επιφάνεια». Εκείνη: Δε μπορείς να σβήσεις το φως; Θα κουραστείς; Εκείνος: Τί έχεις;. Εκείνη: Τίποτα. Απλούστατα βαρέθηκα. Σε αυτό το σημείο συνειδητοποίησα ότι η λέξη «τίποτα» είναι αυτή που έχουν πει περισσότερο οι γυναίκες στους αιώνες. Πείτε επιτέλους τί έχετε, απλά και όμορφα. «Με συγχωρείς, είμαι κακόκεφη γιατί μου συνέβη το τάδε πράγμα ή γιατί έχω πονοκέφαλο».

Αν έχει ξεχάσει τα γεννέθλιά σας ή την επέτειό σας, μην κάνετε σκηνή. «Η έξυπνη γυναίκα τον εμποδίζει απλούστατα να την ξεχάσει. Αν δεν το κατορθώσει με άλλο τρόπο, αναθέτει στον καλύτερό του φίλο να υποβοηθήσει τη μνήμη του». Επίσης το άρθρο συμβουλεύει οι σκηνές να μη γίνονται ποτέ δημόσια. Γιατί εκείνος δημοσίως θα μας απαντήσει με αυθάδεια «για να δείξει στους φίλους του ότι δεν τον τραβάμε απ΄τη μύτη». Και επισημαίνει ότι η καλή σκηνή πρέπει να γίνει στην κατάλληλη στιγμή. «Μην κάνετε παρατηρήσεις στον άντρα σας επειδή πέταξε χάμω τη στάχτη του τσιγάρου του τη στιγμή που είναι στενοχωρημένος για τις δουλειές του που δεν πήγαν καλά».  Επίσης, ότι έχουμε να πούμε το λέμε σύντομα. Αποφεύγουμε να προσθέσουμε: « Βέβαια, τί σε νοιάζει εσένα; Μήπως θα σκουπίσεις εσύ; Όταν κανείς δεν κερδίζει αρκετά χρήματα για να έχει υπηρέτρια, προσέχει λιγάκι». Γιατί έτσι, εξηγεί το άρθρο, «αυτός τότε θυμώνει και σας θυμίζει πώς αρκετά χρήματα κερδίζει για να΄χει μια υπηρέτρια. Αλλά εσείς με τις σπατάλες στα λούσα, στις τουαλέτες και στις περμανάντ δεν αφήνετε περιθώριο για υπηρέτρια». Φυσικά αν κερδίσουμε εμείς την σκηνή, κι εκείνος, ταπεινωμένος αναγνωρίσει πώς είχε άδικο, προσπαθούμε για την ειρήνευση. «Για να μας συγχωρεθεί ακριβώς το ότι είχαμε δίκιο». Χμμ.

ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΠΙΣΩ!

Όλα καλά- σχεδόν. Αλλά αυτό το «με τις σπατάλες σας στα λούσα και στις περμανάντ» μου κάθησε κάπως.  Σίγουρα, οι μη-καριερίστες γυναίκες, εκείνες που εξαρτούνταν οικονομικά από τους άντρες τους, είχαν αναπτύξει στο παρελθόν για να επιβιώσουν ένα είδος διπλωματίας και πονηριάς που η Μπακογιάννη δεν έχει ιδέα. Αν είχαμε μελετήσει κι εμείς τις στήλες των προσωπικών της εποχής όπως «Μεταξύ μας»στο Ντόμινο και «Ανοίξτε μας την Καρδιά σας» στη Βεντέτα, δεν θα θεωρούμασταν επιθετικές. Αλλά πώς στο καλό είναι να ζητάς σε έναν άντρα χρήματα για περμανάντ; (Έστω, για να αγοράσεις το καινούριο Babyliss). Μήπως υπήρχε τρόπος να έχω και την δουλειά μου και το μιζ-αν-πλι μου και το σπίτι μου μυρωδάτο; Χωρίς να βγαίνει ο ανταγωνισμός που βγαίνει στα σύγχρονα ζευγάρια; Εξάλλου, βρισκόμαστε στην εποχή της οικονομικής κρίσης. Και το να παρατήσουμε την δουλειά μας για να κάνουμε παρκέ με το κομπινεζόν και μακιγιαρισμένες, μάλλον δεν βοηθά ιδιαίτερα στην ευμάρεια του ζευγαριού. Την λύση μου την έδινε η ηθοποιός Τζόαν Γούντγουορντ, από τις λίγες καριερίστες της εποχής και σύζυγος ταυτόχρονα του Πολ Νιούμαν. Σε άρθρο του «Θησαυρού» του ‘62 αναφέρει ρητά «Ποια είναι τα μυστικά ενός επιτυχημένου γάμου».

Μυστικό πρώτο: δεν πρέπει να περιφρονείτε τον γάμο για χάρη της καριέρας σας. Δηλαδή: «Είμαι ηθοποιός αλλά πρώτα απ΄όλα είμαι σύζυγος. Αποφάσησα να αφοσιωθώ στον Πολ για να τον αποκτήσω, και όχι απλώς να τον παντρευτώ». Γι΄αυτό φροντίζει να τον αποκαλεί «αφεντικό του σπιτιού μας». Η ίδια «έχει κεδίσει λίγες μικρές νίκες στον αιώνιο και βίαιο πόλεμο μεταξύ γυναικός και ανδρός, για να υπερισχύσει η γνώμη της, αλλά ο Πολ έχει πάντοτε τις μεγαλύτερες νίκες». Mυστικό τρίτο: όταν κάποτε ο Νιούμαν ρωτήθηκε ποια είναι η γνώμη του για τη σύζυγό του, είπε απλά « η Τζόαν είναι μια μεγάλη ηθοποιός», αλλά όταν ρωτήθηκε εκείνη, φρόντισε να πει «ο Πολ είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός». Ελπίζω να έγινα κατανοητή ως προς τον ανταγωνισμό και την σημασία της καριέρας του άντρα μας σε σχέση με την δική μας. Και μυστικό τρίτο: «Ούτε να το σκεφτώ μπορώ ότι θα ζήσω μακριά απ΄τον Πολ» έλεγε η Τζόαν όταν ο άντρας της γύριζε μακριά ταινίες, κι έπαιρνε την κορούλα τους και το νοικοκυριό τους και τον ακολουθούσε. Με λίγα λόγια, όταν εκείνος φεύγει επαγγελματικό ταξίδι, παρατάμε κι εμείς σύξυλη την καριέρα μας και τον παίρνουμε στο κατόπι.

Οπότε εκείνο το απόγευμα όταν γύρισε απ΄την δουλειά, έτρεξε κατευθείαν να του φέρω τις παντόφλες του. Απ΄τα μαλλιά μου έφευγαν τοξικά αέρια- κωλόνια και λακ- και το κρεπάρισμά τους έριχνε σε πόντους την Πέγκυ Μπάντι από το «Παντρεμένοι με παιδιά». Ήρθε ο φίλος του ο Τζίμης να δουν το ματς και τους μαγείρευα με τρία χέρια. «Μα δεν είχες να γράψεις ένα άρθρο;» ρώτησε εκείνος. «Είμαι δημοσιογράφος, αλλά πρώτα απ΄όλα σύζυγος» απάντησα. «Θα έχει την περίοδό της» είπε στο Τζίμη. Δεν έκανα σκηνή δημοσίως. Κάθησα δίπλα τους κι έραβα χαμογελαστή κουμπιά. Όταν έφυγε ο φίλος του, του έστειλα ένα sms αν μπορεί να «υποβοηθήσει τον καλό μου να θυμηθεί την επέτειο της πρώτης μας συνάντησης σε δυο μέρες». Στην επέτειο τον αποκάλεσα «αφεντικό του σπιτιού μας» και είπα ότι πλέον θα έπαιρνε εκείνος όλες τις σημαντικές αποφάσεις. Τον έπιασε αναφυλλαξία. Με ρώτησε τί στο καλό είχα πάθει. Και γιατί όλη μέρα μαγείρευα και σφουγγάριζα με βραδινό φόρεμα. Γιατί σταμάτησα να πηγαίνω γραφείο. «Για να σου αφοσιωθώ» είπα. Μια εβδομάδα το άντεξε. Μετά είπε ότι θέλει τον χώρο του και τον χρόνο του. Καθώς και μια δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα δίπλα του. Γιατί και οι άντρες έχουν αλλάξει. Εμείς τους επιβάλλαμε το νέο μοντέλο μας, αλλά κι εκείνοι προσάρμοσαν αναγκαστικά το δικό τους. Η παλιά «πραγματική γυναίκα» ήταν για τον παλιό «πραγματικό άντρα». Ο οποίος ήταν πρόθυμος να δουλεύει μόνο εκείνος, ώστε να πάρει για υιοθεσία κάποια με μιζ-αν-πλι και λεβάντες για τα συρτάρια. Κι αν ήταν 20 το 1950 που έψαχνε νύφη, σήμερα είναι 80 χρονών. Οπότε μάλλον δεν μας κάνει.

ΥΓ. Το κόλπο με τη Μαρία πάντως έπιασε. Του ανακοίνωσα ότι η Τζο στην οποία έβλεπα κάθε λίγο στο προφίλ του ότι έστειλε french kiss, τον έχει κάνει βούκινο στο facebook ότι είναι ερωτευμένος μαζί της. Δεν ξανάστειλε gift.

(δημοσιεύτηκε στο Marie Claire GR)